Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Κάθε μέρα Κυριακή



Τα κυριακάτικα πρωινά είναι πάντοτε νωχελικά… Πρώτος καφές, διπλός ελληνικός, μια γρήγορη ματιά στα νέα στο Internet, λίγο facebook, λίγο twitter, καμιά εφημερίδα κάπου-κάπου ραδιόφωνο και ακρόαση cds που μάζεψα μέσα στην εβδομάδα…

Η ηρεμία διακόπτεται γλυκά με την πρώτη φωνή της συντρόφου μου, που διαμαρτύρεται ότι τους άφησα μόνους ενώ έχουν ξυπνήσει από ώρα αυτή κι ο Παναγιώτης, ο γιος μας… Καμιά φορά και πιο τετριμμένα, με υπενθύμιση των οικιακών καθηκόντων…

Έτσι, μετά… Οικιακά. Λίγο ξεσκόνισμα, λίγο σκούπισμα, λίγο μαγείρεμα… Ένα διάλειμμα καθημερινότητας.

Όμως, αυτό το πρωινό της Κυριακής δεν ήταν ίδιο. Δεν έμοιαζε με κανένα άλλο από όσα έχω ζήσει στη μεσήλικη ζωή μου…

Ο Γιώργος ο –πάλαι ποτέ- σαντουιτσάς (το μαγαζί κλειστό πάνω από τέσσερις μήνες) είχε ξυπνήσει απ’ τ’ άγρια χαράματα και μιλούσε δυνατά όπως κάθε καθημερινό πρωινό. Μονάχα, αυτή τη φορά πολύ νωρίτερα. Τον άκουγα, ήθελα δεν ήθελα, κι ήμουν βέβαιος ότι θα ετοιμαζόταν για καμιά εκδρομή με την οικογένεια…

Η κυρά-Μαρία από απέναντι, που είχε το ψιλικατζίδικο, μίνι μάρκετ, δηλαδή, και τό ‘κλεισε πριν κάτι μήνες, βγήκε απ’ την εξώπορτα, σινάμενη – κουνάμενη, ντυμένη φυσιολογικά κι όχι με κείνο το λαδί ξεπλυμένο κολάν που –πώς τα κατάφερνε- το συνδύαζε με ό,τι άλλο είχε η ντουλάπα της από τότε που ‘κλεισε το μαγαζί. Σήμερα ήταν ντυμένη σα να πήγαινε επίσκεψη. Μα τέτοια ώρα; Ούτε η εκκλησία δεν είχε αρχίσει καλά-καλά.

Ξυπνάω πολύ νωρίς, βλέπεις…

Αυτοκίνητα ακούγονταν απ’ έξω να βάζουν μπροστά τις μηχανές, πόρτες ν’ ανοιγοκλείνουν, παιδικές φωνές να τιτιβίζουν…

Έτρεξα στο δωμάτιο ν’ ανοίξω τηλεόραση. Μπας και μπέρδεψα τις μέρες; Αμ, δε! Οι ίδιες μίζερες κυριακάτικες φάτσες των τηλεπαρουσιαστών ήταν εκεί στην ώρα τους.

Σκουντάω τη Νικολέττα όσο πιο γλυκά μπορώ…

«Είναι καμιά γιορτή μεγάλη σήμερα;» ρωτάω…

«Πας καλά;» μου αποκρίνεται και ξανακουκουλώνεται…

Κατεβαίνω, ανοίγω ραδιόφωνο και κάθομαι στην αγαπημένη μου πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο…

Οι γείτονες έφευγαν ένας-ένας ενώ εγώ έπινα καφέ…

Δεν άντεξα! Μόλις είδα το Νικόλα τον παλιό μανάβη μας που βολόδερνε ενάμιση χρόνο τώρα σε δουλειές του ποδαριού, πετάχτηκα έξω!

«Καλημέρα! Πού πας, ρε Νικόλα κυριακάτικα;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε απορημένος με κάτι μάτια κουκουβάγιας, γουρλωμένα, να!

«Στο μαγαζί πάω. Πού να πάω;»

«Ποιο μαγαζί, ρε; Τρελάθηκες;»

«Στο μανάβικο, ρε Γιάννη! Πού αλλού; Ξανανοίγω από σήμερα, όχι εκεί που ήμουν. Δυο δρόμους πιο κάτω. Βρήκα ένα μαγαζί γωνία, μεγάλη ευκαιρία!».

«Μπράβο, ρε Νικόλα. Καλές δουλειές» του ευχήθηκα μα γρήγορα συνειδητοποίησα…

«Ρε, άσε το δούλεμα! Αφού είναι Κυριακή!»

«Αααα, καλά! Πού ζεις; Από σήμερα, ρε δεν δουλεύουμε και Κυριακές;»

«Και Κυριακές; Α, ναι, ρε συ! Όλοι;» τον ρώτησα κι εγώ λες κι είχα δουλειά ο μαλάκας τόσο καιρό άνεργος κι ανησυχούσα μη τη χάσω…

«Όχι, ρε Γιάννη. Εσείς θα ψωνίζετε. Μοναχά εμείς, τα μαγαζιά, θ’ ανοίγουμε. Επιτέλους, να βγάλουμε και κανένα φράγκο!».

«Άντε, καλή δουλειά, ρε Νικόλα» τον αποχαιρέτησα μη θέλοντας να του πω ότι εγώ δεν θα ψώνιζα γιατί δεν είχα ούτε ευρώ ούτε κι όρεξη να χαραμίσω το κυριακάτικο πρωινό μου για να ψωνίσω ντομάτες…

Εκεί που πάω να μπω στο σπίτι, να ‘σου κι ο Γιαννάκης, ο γιος του αχώνευτου γείτονα από δίπλα. Με το ίδιο παντελόνι, το εβδομαδιαίο του, που έλεγα πάντα. Μπλε παντελόνι φόρμας, φθαρμένο στα γόνατα και ξεφτισμένο κάτω…

Καταχαρούμενος ο Γιαννάκης, χοροπηδούσε!

«Πάμε με το μπαμπά στα μαγαζιά!», πανηγύριζε…

Μα καλά… Αυτός δεν είναι άνεργος; Κι αν βρήκε τα λεφτά, του ήρθε να πάει για ψώνια κυριακάτικα;

Νάσου από πίσω κι ο πατέρας, όλος χαμόγελα…

«Καλημέρα!» μου φώναξε με προσποιητή χαρά. Δεν μ’ είχε ξαναχαιρετήσει μέχρι σήμερα…

«Ξεκινάμε από Mall;» ρώτησε τη γυναίκα του και μπαίνοντας στ’ αυτοκίνητο τον άκουσα να ψελλίζει «Επιτέλους αποφάσισαν και κάτι σωστό οι μαλάκες να μπορούμε να πηγαίνουμε κι εμείς στα μαγαζιά ».

Ο άνεργος κύριος Κυριακόπουλος έβαλε μπροστά και χάθηκε στη στροφή του δρόμου αφήνοντάς με κάγκελο!

Τελευταία, η οικογένεια Παπαδοπούλου, ο μηχανικός μετά της ξανθιάς συζύγου Ιουλίας, της αρχιτέκτονος και των δύο τρισχαριτωμένων κορασίδων τους με τα κοτσιδάκια τους. Μπήκαν στο τζιπ γεμάτοι χαρά όλοι! Δε χρειάστηκε να ρωτήσω. Ήξερα… Πήγαιναν για ψώνια. Κάθε μέρα, άλλωστε, η Ιουλία για ψώνια πήγαινε…

Σε μισή ώρα μέσα η γειτονιά, ο δρόμος μας είχε ερημώσει… Έφυγαν όλοι πανηγυρικά, σαν σε παρέλαση γιορτής.

Οι Κυριακές μου πια θα ήταν αφάνταστα νωχελικές, σε ένα δρόμο όπου θα επικρατούσε μία νεκρική σιγή ολόκληρο το πρωινό. Όλοι, ενοχλητικοί και μη, θα πήγαιναν για ψώνια κι εγώ θα απολάμβανα τον καφέ μου και τη μουσική μου… Μονάχα, θα ‘πρεπε να ξυπνάω λίγο αργότερα να γλιτώνω τη βαβούρα της καθημερινότητας.

Ευτυχώς, που τρελάθηκαν, σκέφτηκα… Χαράμισαν και τις Κυριακές τους.

«Βρε αγάπη μου, θα ανέβεις επάνω καθόλου να μας δεις;» ακούστηκε η συνηθισμένη παράκληση της Νικολέττας…

Κατά το απομεσήμερο επέστρεψαν όλοι ένας-ένας. Μονάχα η ξανθιά Ιουλία μετά του συζύγου και των τέκνων, κρατούσαν τσάντες… Ολοι οι άλλοι γύρισαν με μερικές φρατζόλες ψωμί από το φούρνο που πάντοτε ήταν ανοιχτός.

Οι δικές μας Κυριακές είχαν σωθεί. Τα λιγοστά μας ψώνια τα έκανα και τ’ άλλα πρωινά, βλέπεις...

Κι ο δικός μου Θεός θα εξακολουθούσε να ξεκουράζεται τις Κυριακές...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου