Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Η βία υπήρχε μα κανείς δεν ήθελε να τη δει


Μια καθημερινή ιστορία στο κέντρο της πόλης

Αθήνα, οδός Ιακωβάτων, λίγα μέτρα, καμιά τριανταριά, από την πύλη του νοσοκομείου Παμμακάριστος. Παρασκευή ώρα 15:00. Ημέρα εφημερίας του νοσοκομείου, άρα και με πολύ αυξημένη κίνηση επί της συγκεκριμένης οδού.
Ένα Hyundai περνάει από δίπλα μου με ασυνήθιστα μεγάλη ταχύτητα για το τόσο στενό κομμάτι οδοστρώματος που αφήνουν ελεύθερο τα παρκαρισμένα και από τις δύο πλευρές αυτοκίνητα. Κολλημένος στο πίσω αριστερό μέρος του αυτοκινήτου ένας μαυροντυμένος τύπος με ένα παπάκι, κοπανάει το αμάξωμα και φωνάζει «σταμάτα, ρε!» και ορισμένα άλλα ακατάληπτα μέσα στη βουή του δρόμου.
Το Hyundai σταματά σε ένα σημείο όπου ο δρόμος φαρδαίνει ελάχιστα λόγω της ύπαρξης μιας ράμπας πάρκινγκ κάποιας πολυκατοικίας. Κι αυτό γιατί το φάρδος επέτρεψε στον οδηγό του παπιού να φτάσει στο πλάι, δίπλα στο τζάμι του οδηγού, συνεχίζοντας να φτύνει βρισιές και να φωνάζει «σταμάτα, ρε!».
Κατεβαίνει από το παπί… Με το ένα χέρι κολλημένο στο πλάι να κρατάει κάτι. Κάτω από το μπουφάν αποκαλύπτεται η θήκη ενός όπλου με τη λαβή του μόλις να εξέχει μέσα από τη σφιγμένη χούφτα… Γυρισμένη, με την κάννη να σημαδεύει τον οδηγό του αυτοκινήτου, ο οποίος βγαίνει έξω έντρομος. Ένας νοτιοανατολίτης ασιάτης, μικροκαμωμένος…
Στην αρχή πίστεψα ότι ο οδηγός του παπιού ήταν αστυνομικός. Όμως, ούτε σήμα είδα να επιδεικνύει ούτε να επιχειρεί τον οποιοδήποτε έλεγχο στον οδηγό του αυτοκινήτου. Έτσι, φαντάζομαι θα έπραττε κάθε πραγματικός αστυνομικός ο οποίος σταματά κάποιον ως ύποπτο για κάποιο αδίκημα ή διενεργώντας έναν έλεγχο ρουτίνας, όπως αρέσκεται να ονομάζει τα πογκρόμ εναντίον των μεταναστών η αστυνομία. Δευτερόλεπτα πριν, άλλωστε, άκουγα από τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο, ότι εκείνη τη στιγμή εξελισσόταν μία ακόμα επιχείρηση της ΕΛΑΣ για τη σύλληψη μεταναστών στο κέντρο της πόλης.
Δεν γνωρίζω αν ο πιστολέρο ήταν χρυσαυγίτης που θεώρησε εαυτόν το σερίφη της πόλης.
Δεν γνωρίζω αν ήταν αστυνομικός.
Δεν γνωρίζω ούτε αν κι ο ίδιος ήταν εγκληματίας.
Όπως δεν γνωρίζω και αν ο ασιάτης οδηγός του Hyundai είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα πέραν του ότι –στο μυαλό, ίσως, του πιστολέρο- ήταν ασιάτης μετανάστης.
Γνωρίζω, όμως, ότι εγώ πάγωσα όταν ένιωσα το βλέμμα του οπλοφόρου ρέιντζερ να με καρφώνει ενώ το χέρι του κρατούσε σφιχτά το όπλο του οποίου η κάννη κρυβόταν από το τσιτωμένο ύφασμα του μπουφάν.
Το βλέμμα ήταν συγκεκριμένο.
«Αν μιλήσεις, μαλάκα, έφαγα εσένα» έλεγε ξεκάθαρα διεισδύοντας στο μυαλό μου, διαποτίζοντάς το με μία γερή δόση φόβου. Μία γερή δόση αναλγητικού, θέτοντάς με σε καταστολή.
Δίπλα, στα πεζοδρόμια, δεκάδες περαστικοί. Βλέμματα αδιάφορα… Βλέμματα φοβισμένα… Βλέμματα ένοχα… Βλέμματα επιδοκιμαστικά… Βλέμματα καρφωμένα είτε στο πρόσωπο του ασιάτη απειλούμενου από το όπλο είτε στο προτεταμένο όπλο του μαυροντυμένου σερίφη ή επίδοξου εκτελεστή.
Κανένα στο πρόσωπό του…
Βλέμματα στιγμιαία που αποστρέφονταν δήθεν τη βία κλίνοντας την κεφαλή προς την άλλη κατεύθυνση. Όσο δεν τη βλέπεις η βία δεν υπάρχει.
Όμως, η βία υπήρχε εκεί, μπροστά στα μάτια μου που ένιωθα να είναι τα μόνα που έμειναν να βλέπουν για όσα δευτερόλεπτα διήρκησε η σκηνή.
Η βία υπήρχε, μα κανείς δεν ήθελε να τη δει…
Άλλωστε, πολλούς, ακόμα και… αρνητές της, τους εξυπηρετούσε. Το έβλεπα στα βλέμματά τους καθώς περνούσαν από δίπλα μου αφήνοντας πίσω τους τη βία.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου