Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Οι μπράβοι σου κι εσύ


Στην εξαιρετική τηλεοπτική σειρά οι Sopranos, που βλέπαμε πριν μερικά χρόνια από την κλειστή πια ΕΡΤ, οι μαφιόζοι πρωταγωνιστές της, εμφανίζονταν να ζουν μία φυσιολογική ζωή, ενταγμένοι στην κοινωνία, με τα παιδιά τους να πηγαίνουν σε κανονικά σχολεία, να μορφώνονται, να κάνουν μαθήματα μουσικής και, φυσικά, να μη γνωρίζουν τι δουλειά κάνουν οι πατεράδες τους. Οι σύζυγοι, τυπικές νοικοκυρές, μεσοαστές, με τα ψώνια τους, τα κουτσομπολιά τους και τις ανάλογες ανησυχίες τους. Αυτές γνώριζαν τι δουλειά έκαναν οι σύζυγοι. Δεν τις αφορούσε, όμως. Λεφτά στο σπίτι έρχονταν.

Στη διόλου εξαιρετική ελληνική κοινωνία της κρίσης, την κοινωνία του χρηματιστηρίου κάποτε, την κοινωνία της ανάπτυξης, οι χρυσαυγίτες εμφανίζονταν να ζουν μία φυσιολογική ζωή, ενταγμένοι στην κοινωνία, με τα παιδιά τους να πηγαίνουν σε κανονικά σχολεία, να μορφώνονται, να κάνουν μαθήματα μουσικής, μπαλέτου, γυμναστικής... Οι σύζυγοι, τυπικές νοικοκυρές, μεσοαστές, με τα ψώνια τους, τα κουτσομπολιά τους και τις ανάλογες ανησυχίες τους. Αυτές γνώριζαν τι δουλειά έκαναν οι σύζυγοι. Αρκετές από αυτές, μάλιστα, ήταν και συνεργάτες. Δεν τις αφορούσε, όμως. Λεφτά στο σπίτι να έρχονταν.

Στην κάθε άλλο παρά αγγελική σημερινή ελληνική κοινωνία οι χρυσαυγίτες έγιναν εργολάβοι ενός μακάβριου έργου. Του καθαρίσματος από καταδικασμένες στην περιπλάνηση ψυχές. Από ψυχές που έχασαν το σώμα τους, την πατρίδα τους. Μακάβριοι εργολήπτες.

Η ελληνική κοινωνία ανάδοχος του έργου.

Η ταμπέλα έγραφε…

Ανάδοχος έργου: Ελληνική κοινωνία (δηλαδή, ΕΣΥ)
Εργολήπτης: Χρυσή Αυγή

Σχεδόν το 80% της ελληνικής κοινωνίας ήταν πεπεισμένη ότι οι μετανάστες ή ΚΑΙ οι μετανάστες ευθύνονται για την κρίση. Οι μετανάστες ευθύνονταν για την ανεργία, τις περικοπές… Για τις ληστείες, τις δολοφονίες, τις κλοπές αυτοκινήτων, τις διαρρήξεις. Όχι η πείνα ούτε η γενική έκπτωση. Οι μετανάστες. Και κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι μ’ αυτούς, επιτέλους.

Όμως, εσύ δεν μπορούσες να βάψεις τα χέρια σου με αίμα. Το σιχαινόσουν κι ήσουν φιλήσυχος άνθρωπος. Κοιτούσες τη δουλειά σου, την οικογένειά σου, το σπιτικό σου. Στο κάτω-κάτω, ΕΣΥ δεν είχες πειράξει ούτε μυρμήγκι στη ζωή σου. Ο νοικοκυραίος δολοφόνος δε γίνεται. Τελεία και παύλα!

Έπρεπε να προσλάβεις κάποιον, να σου κάνει τη δουλειά. Δε γινόταν να αφήσεις τους μετανάστες, τους αράπηδες και τους κιτρινιάρηδες να απειλούν το παιδί σου, το σπίτι σου, το αυτοκίνητό σου. Να σου παίρνουν τις δουλειές και να μην έχουν ούτε άδεια παραμονής καλά-καλά! Η κατάσταση είχε γίνει πολύ επικίνδυνη για το νοικοκυριό σου. Σε κυνηγούσαν και οι τράπεζες με δάνεια και κάρτες.

Ανέθεσες τη δουλειά σε κάτι περίεργους μαυροντυμένους τύπους με ξυρισμένα κεφάλια κι ένα σήμα στις μπλούζες τους που θύμιζε αγκυλωτό σταυρό, μα δεν ήσουν σίγουρος. Είχες ακούσει από πριν γι’ αυτούς, αλλά ποτέ δεν είχες συναντήσει κάποιον ώς τώρα. Εγκληματίες τους έλεγαν κάποιοι. Ναζιστές. Φασίστες. Αλλά δεν μπορεί. Αφού μέχρι και διαφήμιση σε εφημερίδες έβαζαν. Ότι συνόδευαν γιαγιάδες στην τράπεζα για να βγάλουν χρήματα από τα ΑΤΜ ασφαλώς, ότι κατείσχαν πραμάτειες των παράνομων μικροπωλητών που ανταγωνίζονταν το νόμιμο μαγαζί σου, ότι συνέτιζαν ευέξαπτους λαθρομετανάστες και τους έστελναν σπίτια τους (στα θυμαράκια, δηλαδή). 

Αυτά σκεφτόσουν για να δικαιολογηθείς, να καθησυχάσεις τα απομεινάρια συνείδησης που σου 'χαν μείνει.

Βάλε που και το κράτος άρχισε να συνεργάζεται. Να οι δημοτικοί αστυνομικοί να μαζεύουν εμπόρους του δρόμου ρίχνοντας και καμιά απαραίτητη σφαλιάρα, να οι ομάδες Δέλτα, Δίας και λοιποί που μάζευαν κόσμο σωρηδόν, να και το μεγαλεπήβολο σχέδιο Ξένιος Ζευς του υπουργού με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, να τα συρματοπλέγματα που είχαμε να δούμε από την εποχή των πολέμων στα σύνορα, να τα εισιτήρια στα νοσοκομεία για να μη μπορούν να πληρώσουν. Μα ήταν λίγοι οι αστυνομικοί και ποιον να πρωτοπρολάβουν; Ήταν και η κρίση που μείωσε τους μισθούς τους. Κι οι πόλεις, το έλεγε κι ο Πρωθυπουργός, έπρεπε να απελευθερωθούν, να τις ανακαταλάβουμε, και χρειαζόταν προσωπικό και εθελοντές για τη δουλειά.

Ε, λοιπόν, γιατί να μη τους προσλάβει ο νοικοκύρης; Στο κάτω-κάτω της γραφής, τι σου ζητούσαν; Λεφτά; Όχι. Μόνο μια ψήφο, ρε αδελφέ. Τι αξία έχει μια ψήφος; Τόσα χρόνια που την έδινες στους άλλους σου έκαναν τη δουλειά; Μόνο έτρωγαν.

Και το έργο ξεκίνησε. Με εγκαίνια, πανηγύρια, τυμπανοκρουσίες. Με υπουργούς να κόβουν κορδέλες σε Έβρο, Αμυγδαλέζα, Άγιο Παντελεήμονα. Όλη η Ελλάδα μία γιορτή. Κι όλα δούλευαν ρολόι. Υπήρξαν κάνα-δυο παραστρατήματα με λαθρομετανάστες που γλιστρούσαν κι έπεφταν σε μαχαίρια, με μαυροντυμένους μπράβους που τους έπαιρναν και τα υπάρχοντά τους, αλλά τι να κάνουν κι αυτοί; Τόση δουλειά αμισθί ας πάρουν και κάτι. Έριχναν και καμιά φάπα σε καμιά αδελφή, αλλά εκεί καλά έκαναν. Έτσι δεν είναι; Αφού οι αδελφές είχαν φτιάξει συνδικάτο κι έπαιρναν κι αυτοί τις δουλειές και δεν άφηναν άλλο να μπει. Το είχε μάθει καλά αυτό. Έσπρωχναν και κάνα ανάπηρο, αλλά δε βαριέσαι… Όταν έτρωγες εσύ την κλήση επειδή πάρκαρες στη δίάβασή του αυτός μίλησε; Όχι. Σε συμπόνεσε που δεν σου περίσσευαν; Τίποτα!

Όλα κυλούσαν καλά, η μακάβρια καθαριότητα συνεχιζόταν απρόσκοπτη κι οι μαυροντυμένοι με τα ξυρισμένα κεφάλια ανακαταλάμβαναν τους δρόμους της πόλης για σένα. ‘Η, τουλάχιστον, έτσι πίστευες. Ώσπου, άρχισαν να κάνουν λάθη και να χτυπούν και δικά σου παιδιά. Παραστράτησαν…

Θα σοβαρέψουν, και θα διώξουν αυτούς τους 2-3 τρελούς κι η δουλειά θα γίνεται και πάλι αναίμακτα (χωρίς ελληνικό αίμα, δηλαδή, γιατί από το άλλο… ποτάμια). Μα αυτοί δεν σοβαρεύονταν γιατί ήταν Sopranos και μόνο αυτό ήξεραν να κάνουν και μόνο αυτό πίστευαν. Να αναλαμβάνουν εργολαβίες από όποιον τους πλήρωνε. Κι αν κάποιος έδινε και κάτι παραπάνω για να του «καθαρίσουν» και τη δική του αυλή ή το δικό του λιμάνι πώς θα το αρνούνταν;

Κάπως έτσι, ήλθε και το πρώτο αίμα από τα παιδιά σου. Και σου λέρωσε και τα παπούτσια και πού λεφτά για καινούρια.

Όμως, εσύ δεν έφταιγες. Δεν ήξερες. Εσύ απλώς να σου καθαρίσουν το σπιτικό σου ήθελες.

Κι αυτοί δεν έφταιγαν που εσύ δεν ήξερες…

Και ποιος μπορεί να φταίει τώρα; Μήπως οι άλλοι που έλεγαν τους μπράβους σου εγκληματίες και τους ερέθιζαν; Μήπως αυτοί που δεν ήθελαν να κάθονται ήσυχοι μα ούτε και εργολήπτες να γίνουν; Αυτοί που δεν κοίταζαν τη δουλειά τους και τελικά την έχασαν κιόλας;

Μήπως αυτά τα "κωλόπαιδα" που δεν κοιτάνε τη δουλειά τους;

Αυτοί φταίνε! Εσύ, νοικοκυραίος άνθρωπος δεν ήθελες να μπλεχτείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου