Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Η Δοσούπολη κι ο κατακλυσμός

Ένα παραμύθι συνεργασιών και εκλογών

Ήταν κάποτε μια πόλη, Δοσούπολη την έλεγαν. Μια τόση δα κουκίδα στο χάρτη, μα άμα τον μεγέθυνες και απομόνωνες την Περιφέρειά της μονάχα, η Δοσούπολη γινόταν ένας κύκλος «ίσαμε ένα κεφάλι» που έλεγε κι ο Δήμαρχός της, ο Δοσάκης με τ’ όνομα. Γιατί στην Περιφέρειά της η Δοσούπολη ήτανε συμπρωτεύουσα, παρακαλώ. Δεύτερη τη τάξη πόλη. Κι ήταν η Περιφέρεια ο κόσμος όλος.

Τι κι αν ήταν συμπρωτεύουσα; Η Δοσούπολη είχε προβλήματα σωρό. «Ίσαμε* την Τεμπέλη» (η Τεμπέλη ήταν το βουνό που έστεκε γυμνό πάνω από τα βόρεια σύνορά της) όπως συνήθιζε να λέει ο Δοσάκης. Προβλήματα που ο Δοσάκης δεν κατάφερε να λύσει ούτε στα τέσσερα χρόνια που ήταν δήμαρχός της μήτε και στα προηγούμενα τέσσερα που ήταν μοναχά η Κορακούπολη, ο δήμος του Δοσάκη, που υπήρχε προ Περίανδρου, του περίφημου σχεδίου που εφάρμοσε ο Αναγούλας, πρωθυπουργός της χώρας για μικρό χρονικό διάστημα. Μετά την εφαρμογή του Περίανδρου η Κορακούπολη ενώθηκε με τη Δόση και την Αλλούπολη, μια μικρή συνοικία στην πλαγιά της Τεμπέλης. Κι ο δήμος πήρε το όνομα της Δόσης σαν πρώτο συνθετικό.

Η Δοσούπολη, πάντως, ήταν γενικά μια ήσυχη πόλη. Μόνο κάθε τέσσερα χρόνια ήταν ανάστατη, που είχε εκλογές για να εκλέξει Δήμαρχο. Ανάστατη, τρόπος του λέγειν, βέβαια. Γιατί στην πραγματικότητα ανάστατοι ήταν μόνο ο Δοσάκης και το επιτελείο του και καμιά πενηνταριά άλλοι που φιλοδοξούσαν να διώξουν το Δοσάκη. Οι μνηστήρες.

Οι μνηστήρες 
Άλλοι ήταν πρώην συνεργάτες του, που έφυγαν καταγγέλοντάς τον για συγκεντρωτισμό και άλλοι παλαιότεροι ή νέοι μνηστήρες του αξιώματος (αξιώματος που επί οκτώ συναπτά έτη τιμήσαμε, όπως έλεγε και πάλι ο Δοσάκης). Του άρεσαν του Δοσάκη οι υπερβολές στο λόγο. Οι συνήθεις υπερβολές, όμως.  Απόφευγε καθετί καινούριο διότι «πάνω απ’ όλα είναι η ασφάλεια των δημοτών», καθώς έλεγε συχνά-πυκνά. Δεν διακινδυνεύουμε την ασφάλεια με καινοτομίες λόγου και πράξεων. Και στο όνομα αυτής της ασφάλειας οι δημότες του πλήρωναν διπλά και τριπλά τέλη.

Οι αντίπαλοί του από την άλλη, κρύβονταν στη δική τους ασφάλεια λόγου (όχι και έργου, μιας και ούτε αυτοί ούτε ο Δοσάκης έδιναν και μεγάλη σημασία στο έργο). "Συγκεντρωτικός, ο δήμαρχος". "Συγκαταβατικός". "Δεν αντιδρά σε κανέναν και τίποτα". "Δεν λύνει τίποτα". Όλοι τα ίδια έλεγαν και δύσκολα ξεχώριζες ποιος το έλεγε κάθε στιγμή. Βλέπεις, ήταν ντυμένοι και με τον ίδιο τρόπο. Θαρρείς και στη Δοσούπολη υπήρχε νόμος περί ομοιομορφίας και κώδικα ένδυσης υποψηφίων δημάρχων και συμβούλων.

Η φρεγάτα 
Ο Δοσάκης, εν τω μεταξύ, στη δεύτερη τετραετία του, είχε παραγγείλει μία φρεγάτα με ρόδες. Τι κι αν δεν είχε θάλασσα η Δοσούπολη; Κάποτε έλεγαν, είχε και ρέματα και ποτάμια, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία για τους ιστορικούς και μόνο.

Περιττό να πούμε ότι κάθε που πλησίαζαν εκλογές όλο και κάποιοι σύμβουλοι και συνεργάτες του Δοσάκη πηδούσαν από το καράβι για να βρουν αλλού δουλειά και να μπαρκάρουν. Κι ας μην είχαν πλοία ακόμα οι άλλοι. Θα αποκτούσαν. Κι αν δεν αποκτούσαν θα επέστρεφαν. Ο δήμαρχος δεν θα τους έκλεινε την πόρτα. Δεν θα σήκωνε την άγκυρα πριν ανεβούν κι αυτοί.

Φυσικά, αυτοί οι σύμβουλοι ήταν περιζήτητοι στους μνηστήρες. Κι όλοι τους έταζαν. Και για να μην τα πολυλογούμε, οι συναντήσεις και οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν.

Μια τέτοια περίοδος ήταν κι αυτή που έφερε το τέλος της ήσυχης πόλης.

Ο κατακλυσμός
Κι ήταν παράξενη εκείνη η προεκλογική περίοδος. Λες κι άνοιξαν οι ουρανοί. Έβρεχε ασταμάτητα. Η Δοσούπολη βουτηγμένη στη λάσπη και πνιγμένη στα νερά με τα επιπλέοντα σκουπίδια και τα υπάρχοντα των δημοτών της.

Οι κάτοικοι κυκλοφορούσαν με βάρκες, σχεδίες, σανίδες… Ο,τι έβρισκαν πρόχειρο για να καταφέρουν να διασχίσουν τους δρόμους που έγιναν ποτάμια.

Κι ο Δοσάκης περνούσε καμαρωτός με τη φρεγάτα του και έδινε οδηγίες και φώναζε. Όχι πως τον άκουγε κανείς. Μήτε πολλοί τον ήξεραν. Γνωρίζαν όλοι, απλώς, ότι υπήρχε Δήμαρχος. Κάποιοι έλεγαν ότι τον είχαν συναντήσει σε γιορτές. Κι ο Δοσάκης με τη φρεγάτα του είχε γίνει αστικός μύθος της Δοσούπολης. Μα οι αντίπαλοι τον ήξεραν καλά. Βλέπεις, τη φρεγάτα την έδενε έξω από την πόλη και σαλπάριζε για άλλα λιμάνια κάθε νύχτα που τα φώτα έσβηναν. Έτσι, αυτός ο κατακλυσμός ήταν θείο δώρο για τον δήμαρχο. Οι δημότες θα τον έβλεπαν όλοι, θα τον γνώριζαν, επιτέλους, κι η φρεγάτα δεν θα τους έμοιαζε διόλου παράξενη. Θα ήταν ο καπετάνιος που θα τους έβγαζε από τη φουρτούνα.

Οι μνηστήρες του, στο μεταξύ, άλλος με φουσκωτό, άλλος με ταχύπλοο, άλλος με βαρκάκι, διέσχιζαν μέρα-νύχτα τα ποτάμια και συναντιόνταν συνωμοτικά σχεδόν. Και το έκαναν αυτό κάθε ημέρα και κάθε νύχτα. Δούναι και λαβείν, το έλεγε ο ένας. Διαπραγμάτευση ο άλλος. Συνομιλίες, ο πιο μετριοπαθής. Ανάγκη συνεργασίας κάποιος άλλος…

Κι οι συναντήσεις συνεχίζονταν…

Κι η νεροποντή συνεχιζόταν αδιάκοπα κι αυτή. Κι η στάθμη του νερού ανέβαινε. Κι ο Δοσάκης αλώνιζε τα ποτάμια της πόλης με τη φρεγάτα του και έσωζε δημότες δίνοντάς τους ένα στεγνό ρούχο κι ένα πιάτο φαί. Και μη φανταστείτε ότι ήταν και τόσο γαλαντόμος. Ρούχα των άλλων που έσωζε από την πλημμύρα ήταν και φαγητά που μάζευε καθώς επέπλεαν στα ποτάμια της πόλης.

«Έτσι κι αλλιώς κάποιος πρέπει να τα φάει» έλεγε.

Το τέλος
Οι μνηστήρες σχεδόν τα είχαν βρει μεταξύ τους. Τρεις παρατάξεις φτιάχτηκαν που καθεμιά είχε κι από έναν «αποστάτη» του Δοσάκη. Τρεις φιλόδοξες παρατάξεις και τρεις μεγαλόπνοοι υποψήφιοι δήμαρχοι. Και όλοι έλεγαν σχεδόν τα ίδια. Κι ο Δοσάκης τα ίδια με αυτούς. Κι οι λόγοι μπλέκονταν στον αέρα και διέσχιζαν τη μισοβυθισμένη πόλη μα κανείς δεν έδινε σημασία. Η βουή του νερού βλέπεις, ήταν πολύ ισχυρότερη. Τα κάλυπτε όλα.

Και το νερό ανέβαινε, και ανέβαινε, και ανέβαινε…

Ωσότου, η Δοσούπολη χάθηκε από κάτω του. Σβήστηκε από το χάρτη κι έγινε Λίμνη Δοσάκη. Ένας περίφημος χώρος αναψυχής. Ένα υπέροχο θέρετρο για τους κατοίκους του κλεινούν άστεως. Κι ο Δοσάκης με τη φρεγάτα του, ξανάγινε αστικός μύθος. Μονάχα, αυτή τη φορά, σε άλλη πόλη.

 Όσο για τους μνηστήρες… Συνέχισαν να επιπλέουν, μικρές κουκίδες στα απέραντα ποτάμια που τροφοδοτούσαν τη λίμνη του Δοσάκη κι ο μύθος θέλει να αναζητούν ακόμα συμμαχίες και αποστάτες για να τους δείξουν το δρόμο που πήρε ο Δοσάκης και απέδρασε.




* Το «ίσαμε» ήταν αγαπημένη λέξη του δημάρχου Δοσάκη. Την έκανε πρόθεση, επίθετο... Όλα ίσια. Ούτε γωνίτσα να προεξέχει στο στρογγυλεμένο και καλολειασμένο λόγο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου