Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Ο πόλεμος... και η Ειρήνη από την Ουκρανία

Η σύντροφός μου σπούδασε στο Κίεβο και δουλεύει με ανθρώπους από την πρώην ΕΣΣΔ εδώ και δύο δεκαετίες. Έτσι, όλον αυτό τον καιρό των αναταραχών στην Ουκρανία έχω το προνόμιο και την τύχη να συζητώ με πολλούς ανθρώπους από την Ουκρανία και την Ρωσία.

Κάπως έτσι, γνώρισα και την Ειρήνη, μία κυρία από την ανατολική Ουκρανία, κάπου ανάμεσα στο Λουγκάνσκ και το Σλαβιάνσκ. Μία γυναίκα με τρία παιδιά πίσω στη χώρα της, τα οποία τώρα έχει «στριμωγμένα μαζί με άλλους τρεις συγγενείς σε μία γκαρσονιέρα στο Χάρκοβο, όπου κατέφυγαν για να μπορέσουν να επιβιώσουν» λίγο μακρύτερα από τη διακεκαυμένη ζώνη.

«Μένουμε τριάντα χιλιόμετρα από εκεί που έπεσε το αεροπλάνο. Εκεί (στο Χάρκοβο) ακόμα είναι ήσυχα», μου είπε… «Ευτυχώς που κατάφερα να την αγοράσω πριν αρχίσουν όλα αυτά».

Η Ειρήνη ανέλαβε να φροντίζει τον ηλικιωμένο πατέρα μου για λίγες ημέρες κι από την πρώτη στιγμή με κέρδισε καθώς του συστηνόταν …

«Είμαι η Ειρήνη… Πόλεμος και Ειρήνη; Καταλάβατε, κύριε Θόδωρε;».

Στην κουζίνα, λίγο μετά, καθώς ψήναμε καφέ, η κουβέντα μοιραία πήγε εκεί. Στον πόλεμο και την ειρήνη…

«Τόσα χρόνια ζούσαμε μαζί και τώρα γίναμε εχθροί», είπε η Ειρήνη και τα μάτια της υγράνθηκαν.

«Κι όλα αυτά για τους αμερικανούς. Δεν καταλαβαίνουν ότι αυτοί δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα», συνέχισε αναφερόμενη στους Ουκρανούς της δυτικής πλευράς.

«Τόσο καιρό τους λέμε ότι η Ευρώπη δεν είναι καλή, εμείς την ζούμε εδώ, μα δεν ακούν, δεν καταλαβαίνουν. Στο Σλαβιάνσκ τώρα δεν έχουν νερό και φυσικό αέριο. Μόνο ρεύμα. Πώς να ζήσεις; Κι η βοήθεια της Ρωσίας τι να κάνει… Για δυο-τρεις μήνες μόνο θα φτάσει…».

Σκέφτηκα πως αυτές είναι εικόνες που δεν έχουν περάσει από τα ελληνικά ΜΜΕ.

Η Ειρήνη ανακάτευε αμήχανα τον καφέ στο μπρίκι και μιλούσε χωρίς να μπορώ να την σταματήσω… Ήθελε να βγάλει από μέσα της την ανησυχία και τον πόνο που όσο κι αν προσπαθούσε να διώξει είχαν χαραχτεί στο κουρασμένο πρόσωπό της. 

«Τόσα χρόνια μαζί και τώρα σκοτώνονται ακόμα και αδέλφια. Στο σπίτι μου, ακόμα, μαλώνουν όταν ανοίγουν την κουβέντα και τους φωνάζω ότι δεν θέλω τον πόλεμο στο σπίτι μου. Φτάνει!».

Η κουνιάδα της, που ζει κι αυτή εδώ, είναι από την Δυτική Ουκρανία και υπέρμαχος του… Ευρωπαϊκού ονείρου.

«Δυστυχώς, δύσκολα θα αποφύγετε τον πόλεμο, κυρία Ειρήνη» της είπα αμήχανα…

«Το ξέρω, το ξέρω, κύριε Γιάννη, αλλά με λένε Ειρήνη. Είναι δυνατόν να θέλω τον πόλεμο;».

Μου ήλθε στο νου ένα τραγούδι του Vladimir Vysotsky. Ένα τραγούδι που μου τράβηξε την προσοχή λόγω του τίτλου του που μου θύμιζε ένα άλλο τραγούδι του Donovan. Оловянные солдатики ο τίτλος του. Μολυβένια Στρατιωτάκια στα ελληνικά, Tin Soldiers στα αγγλικά και τελείωνε με τον Vysotsky να τραγουδά…

«Είμαι περήφανος για την μεγάλη επιτυχία
Μα μία σκέψη με τρώει
Πώς πήρε την απόφαση να πεθάνουν οι μπλε
Και όχι το αντίθετο;»



Και την Ειρήνη την τρώει η ίδια σκέψη. Ποιος και πώς πήρε την απόφαση;

Οι σκέψεις ενός απλού ανθρώπου που ζει τον πόλεμο είναι πιο συνταρακτικές μέσα στην απλότητά τους από οποιαδήποτε ανάλυση, από οποιαδήποτε ανταπόκριση, από οποιαδήποτε νίκη…

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Απόσταση…


Πήρα να σου πω ότι είμαι θλιμμένος
Πολύ θλιμμένος…
Άστο καλύτερα…
Τι να σου λέω… Πού να ‘βρω λόγια;
Μα, να… Εδώ όπως κάθομαι σ’ ένα μπαλκόνι
Κι ο ήλιος παλεύει να με δει πίσω απ’ τα σύννεφα
-Κι είναι καλοκαίρι, πανάθεμά το!-
Εγώ τον αποφεύγω
Κι αυτός εκεί επιμένει…
Τι έλεγα;
Α, ναι! Αισθάνομαι θλίψη.
Ένα σφίξιμο.
Μα πώς να σου το περιγράψω;
Μονάχα τα συμπτώματα μπορώ  να σου αναφέρω.
Ένα σφίξιμο, μια απόγνωση…
Μονάχα τα συμπτώματα…
Σαν γιατρός…
Τα καταγράφω…
Διάγνωση; Τι διάγνωση;
Η θλίψη δεν μιλιέται.
Ούτε μεταδίδεται. Δεν έχεις δίκιο.
Μόλις το κλείσεις θα περάσει.
Η θλίψη δεν μιλιέται.
Φαίνεται μόνο στα μάτια.
Κι εσύ δεν βλέπεις.
Ούτε κλείνεται σε selfie να στη στείλω.
Είναι στα μάτια… Ναι, στα μάτια.
Των παιδιών που λιώνουν
Και στάζουν κόκκινα δάκρυα
Πάνω στα ρούχα των γονιών τους
Των γονιών που σφίγγουν,
κλείνουν την πληγή απεγνωσμένα
Ναι!
Η θλίψη είναι στην απόγνωση
Σε μια ματιά απεγνωσμένη
Απόμακρη
Σε μια ματιά εστιασμένη πάνω μου
Στα μάτια τα δικά μου
Δυο μάτια κόκκινα
Καρφώνουν τα δικά μου
Ρωτούν «γιατί;»
Δεν είναι κόκκινα
Μόνο το καθρεφτίζουν
Που βάφει τα πάντα.
Σ’ ένα τόπο κόκκινο.
Η θλίψη είναι στα μάτια μου
Που κρύβονται απ’ τον ήλιο
Για να βοηθήσουν το νου
Να γράψει για τη θλίψη
Μα, η θλίψη δεν μιλιέται…
Δεν περιγράφεται…
Έτσι δεν είναι;
Είναι στα μάτια
Στην ψυχή
Στο σώμα
Που το μουδιάζει ολόκληρο
Είναι παντού!
Μα, τώρα τι σου λέω;
Έχεις κι εσύ να χαρείς τη δική σου θλίψη
Να βγεις, να τη γιορτάσεις.
Με φίλους, με εραστές
Μ’ ένα χαμόγελο
Κι ένα ποτό για να την πνίξει
Μ’ ένα φιλί
Με ένα χάδι, ίσως;
Όχι, όχι κόκκινο!
Μη σε χαλάσω απόψε
Και νιώσεις το χάδι κρύο
Γιατί ο θλιμμένος
Κρύο το νιώθει το χάδι
Στεγνό το φιλί
Στυφό το ποτό
Πήρα να σου ότι είμαι θλιμμένος
Μα άσε καλύτερα
Γιατί δεν βλέπουμε τα ίδια
Κι η θλίψη δεν μιλιέται
Δεν λέγεται με λόγια
Μονάχα βλέπεται
Στα μάτια των αδικημένων…
Μάτια καθρέφτες…
Στα μάτια που δεν κλαίνε…
Στα μάτια των χαμένων
Των πεινασμένων
Των τρελλών
Εκεί είναι η θλίψη
Και στα δικά μου μάτια
Μονάχα καθρεφτίζεται
Όπως το κόκκινο
Το αίμα που ‘σταξε
Επάνω στο χαρτί
Επάνω στην οθόνη
Μα μην τρομάζεις
Είναι μακριά για να λερώσει
Το ολόλευκό σου φόρεμα
Είναι μακριά από τα μάτια σου
Κι απ’ τη δική σου θλίψη
Που πνίγεις στο ποτό
Και σ’ ένα κρύο χάδι
Κι ένα στεγνό φιλί

Είναι στα μάτια σου…