Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Οι μπράβοι σου κι εσύ


Στην εξαιρετική τηλεοπτική σειρά οι Sopranos, που βλέπαμε πριν μερικά χρόνια από την κλειστή πια ΕΡΤ, οι μαφιόζοι πρωταγωνιστές της, εμφανίζονταν να ζουν μία φυσιολογική ζωή, ενταγμένοι στην κοινωνία, με τα παιδιά τους να πηγαίνουν σε κανονικά σχολεία, να μορφώνονται, να κάνουν μαθήματα μουσικής και, φυσικά, να μη γνωρίζουν τι δουλειά κάνουν οι πατεράδες τους. Οι σύζυγοι, τυπικές νοικοκυρές, μεσοαστές, με τα ψώνια τους, τα κουτσομπολιά τους και τις ανάλογες ανησυχίες τους. Αυτές γνώριζαν τι δουλειά έκαναν οι σύζυγοι. Δεν τις αφορούσε, όμως. Λεφτά στο σπίτι έρχονταν.

Στη διόλου εξαιρετική ελληνική κοινωνία της κρίσης, την κοινωνία του χρηματιστηρίου κάποτε, την κοινωνία της ανάπτυξης, οι χρυσαυγίτες εμφανίζονταν να ζουν μία φυσιολογική ζωή, ενταγμένοι στην κοινωνία, με τα παιδιά τους να πηγαίνουν σε κανονικά σχολεία, να μορφώνονται, να κάνουν μαθήματα μουσικής, μπαλέτου, γυμναστικής... Οι σύζυγοι, τυπικές νοικοκυρές, μεσοαστές, με τα ψώνια τους, τα κουτσομπολιά τους και τις ανάλογες ανησυχίες τους. Αυτές γνώριζαν τι δουλειά έκαναν οι σύζυγοι. Αρκετές από αυτές, μάλιστα, ήταν και συνεργάτες. Δεν τις αφορούσε, όμως. Λεφτά στο σπίτι να έρχονταν.

Στην κάθε άλλο παρά αγγελική σημερινή ελληνική κοινωνία οι χρυσαυγίτες έγιναν εργολάβοι ενός μακάβριου έργου. Του καθαρίσματος από καταδικασμένες στην περιπλάνηση ψυχές. Από ψυχές που έχασαν το σώμα τους, την πατρίδα τους. Μακάβριοι εργολήπτες.

Η ελληνική κοινωνία ανάδοχος του έργου.

Η ταμπέλα έγραφε…

Ανάδοχος έργου: Ελληνική κοινωνία (δηλαδή, ΕΣΥ)
Εργολήπτης: Χρυσή Αυγή

Σχεδόν το 80% της ελληνικής κοινωνίας ήταν πεπεισμένη ότι οι μετανάστες ή ΚΑΙ οι μετανάστες ευθύνονται για την κρίση. Οι μετανάστες ευθύνονταν για την ανεργία, τις περικοπές… Για τις ληστείες, τις δολοφονίες, τις κλοπές αυτοκινήτων, τις διαρρήξεις. Όχι η πείνα ούτε η γενική έκπτωση. Οι μετανάστες. Και κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι μ’ αυτούς, επιτέλους.

Όμως, εσύ δεν μπορούσες να βάψεις τα χέρια σου με αίμα. Το σιχαινόσουν κι ήσουν φιλήσυχος άνθρωπος. Κοιτούσες τη δουλειά σου, την οικογένειά σου, το σπιτικό σου. Στο κάτω-κάτω, ΕΣΥ δεν είχες πειράξει ούτε μυρμήγκι στη ζωή σου. Ο νοικοκυραίος δολοφόνος δε γίνεται. Τελεία και παύλα!

Έπρεπε να προσλάβεις κάποιον, να σου κάνει τη δουλειά. Δε γινόταν να αφήσεις τους μετανάστες, τους αράπηδες και τους κιτρινιάρηδες να απειλούν το παιδί σου, το σπίτι σου, το αυτοκίνητό σου. Να σου παίρνουν τις δουλειές και να μην έχουν ούτε άδεια παραμονής καλά-καλά! Η κατάσταση είχε γίνει πολύ επικίνδυνη για το νοικοκυριό σου. Σε κυνηγούσαν και οι τράπεζες με δάνεια και κάρτες.

Ανέθεσες τη δουλειά σε κάτι περίεργους μαυροντυμένους τύπους με ξυρισμένα κεφάλια κι ένα σήμα στις μπλούζες τους που θύμιζε αγκυλωτό σταυρό, μα δεν ήσουν σίγουρος. Είχες ακούσει από πριν γι’ αυτούς, αλλά ποτέ δεν είχες συναντήσει κάποιον ώς τώρα. Εγκληματίες τους έλεγαν κάποιοι. Ναζιστές. Φασίστες. Αλλά δεν μπορεί. Αφού μέχρι και διαφήμιση σε εφημερίδες έβαζαν. Ότι συνόδευαν γιαγιάδες στην τράπεζα για να βγάλουν χρήματα από τα ΑΤΜ ασφαλώς, ότι κατείσχαν πραμάτειες των παράνομων μικροπωλητών που ανταγωνίζονταν το νόμιμο μαγαζί σου, ότι συνέτιζαν ευέξαπτους λαθρομετανάστες και τους έστελναν σπίτια τους (στα θυμαράκια, δηλαδή). 

Αυτά σκεφτόσουν για να δικαιολογηθείς, να καθησυχάσεις τα απομεινάρια συνείδησης που σου 'χαν μείνει.

Βάλε που και το κράτος άρχισε να συνεργάζεται. Να οι δημοτικοί αστυνομικοί να μαζεύουν εμπόρους του δρόμου ρίχνοντας και καμιά απαραίτητη σφαλιάρα, να οι ομάδες Δέλτα, Δίας και λοιποί που μάζευαν κόσμο σωρηδόν, να και το μεγαλεπήβολο σχέδιο Ξένιος Ζευς του υπουργού με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, να τα συρματοπλέγματα που είχαμε να δούμε από την εποχή των πολέμων στα σύνορα, να τα εισιτήρια στα νοσοκομεία για να μη μπορούν να πληρώσουν. Μα ήταν λίγοι οι αστυνομικοί και ποιον να πρωτοπρολάβουν; Ήταν και η κρίση που μείωσε τους μισθούς τους. Κι οι πόλεις, το έλεγε κι ο Πρωθυπουργός, έπρεπε να απελευθερωθούν, να τις ανακαταλάβουμε, και χρειαζόταν προσωπικό και εθελοντές για τη δουλειά.

Ε, λοιπόν, γιατί να μη τους προσλάβει ο νοικοκύρης; Στο κάτω-κάτω της γραφής, τι σου ζητούσαν; Λεφτά; Όχι. Μόνο μια ψήφο, ρε αδελφέ. Τι αξία έχει μια ψήφος; Τόσα χρόνια που την έδινες στους άλλους σου έκαναν τη δουλειά; Μόνο έτρωγαν.

Και το έργο ξεκίνησε. Με εγκαίνια, πανηγύρια, τυμπανοκρουσίες. Με υπουργούς να κόβουν κορδέλες σε Έβρο, Αμυγδαλέζα, Άγιο Παντελεήμονα. Όλη η Ελλάδα μία γιορτή. Κι όλα δούλευαν ρολόι. Υπήρξαν κάνα-δυο παραστρατήματα με λαθρομετανάστες που γλιστρούσαν κι έπεφταν σε μαχαίρια, με μαυροντυμένους μπράβους που τους έπαιρναν και τα υπάρχοντά τους, αλλά τι να κάνουν κι αυτοί; Τόση δουλειά αμισθί ας πάρουν και κάτι. Έριχναν και καμιά φάπα σε καμιά αδελφή, αλλά εκεί καλά έκαναν. Έτσι δεν είναι; Αφού οι αδελφές είχαν φτιάξει συνδικάτο κι έπαιρναν κι αυτοί τις δουλειές και δεν άφηναν άλλο να μπει. Το είχε μάθει καλά αυτό. Έσπρωχναν και κάνα ανάπηρο, αλλά δε βαριέσαι… Όταν έτρωγες εσύ την κλήση επειδή πάρκαρες στη δίάβασή του αυτός μίλησε; Όχι. Σε συμπόνεσε που δεν σου περίσσευαν; Τίποτα!

Όλα κυλούσαν καλά, η μακάβρια καθαριότητα συνεχιζόταν απρόσκοπτη κι οι μαυροντυμένοι με τα ξυρισμένα κεφάλια ανακαταλάμβαναν τους δρόμους της πόλης για σένα. ‘Η, τουλάχιστον, έτσι πίστευες. Ώσπου, άρχισαν να κάνουν λάθη και να χτυπούν και δικά σου παιδιά. Παραστράτησαν…

Θα σοβαρέψουν, και θα διώξουν αυτούς τους 2-3 τρελούς κι η δουλειά θα γίνεται και πάλι αναίμακτα (χωρίς ελληνικό αίμα, δηλαδή, γιατί από το άλλο… ποτάμια). Μα αυτοί δεν σοβαρεύονταν γιατί ήταν Sopranos και μόνο αυτό ήξεραν να κάνουν και μόνο αυτό πίστευαν. Να αναλαμβάνουν εργολαβίες από όποιον τους πλήρωνε. Κι αν κάποιος έδινε και κάτι παραπάνω για να του «καθαρίσουν» και τη δική του αυλή ή το δικό του λιμάνι πώς θα το αρνούνταν;

Κάπως έτσι, ήλθε και το πρώτο αίμα από τα παιδιά σου. Και σου λέρωσε και τα παπούτσια και πού λεφτά για καινούρια.

Όμως, εσύ δεν έφταιγες. Δεν ήξερες. Εσύ απλώς να σου καθαρίσουν το σπιτικό σου ήθελες.

Κι αυτοί δεν έφταιγαν που εσύ δεν ήξερες…

Και ποιος μπορεί να φταίει τώρα; Μήπως οι άλλοι που έλεγαν τους μπράβους σου εγκληματίες και τους ερέθιζαν; Μήπως αυτοί που δεν ήθελαν να κάθονται ήσυχοι μα ούτε και εργολήπτες να γίνουν; Αυτοί που δεν κοίταζαν τη δουλειά τους και τελικά την έχασαν κιόλας;

Μήπως αυτά τα "κωλόπαιδα" που δεν κοιτάνε τη δουλειά τους;

Αυτοί φταίνε! Εσύ, νοικοκυραίος άνθρωπος δεν ήθελες να μπλεχτείς.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

(Φαντ)αστικοί μύθοι aka Urban Legends - Μύθος 1: το ξεσκαρτάρισμα κι ο πατριώτης

Ιστορίες απ’ το δρόμο τον αληθινό και τον ψηφιακό που σε κάνουν να αναρωτιέσαι: είναι ο μύθος πάντα φαντασία;

Να γίνουμε πατριώτες κι εμείς, άρχισαν να φωνάζουν κάποιοι όταν αντιλήφθηκαν ότι οι προδότες ντύθηκαν πατριώτες. Μα, είχαν βγάλει και ποτέ τη στολή οι προδότες; Πάντα λύκοι ντυμένοι με προβιά ήταν. Με την προβιά του πατριώτη.


«Αντιμνημονιακό - αντιναζιστικό - πατριωτικό κίνημα!», δήλωναν ξαφνικά οι αριστεροί όπου στεκόντουσαν κι όπου βρισκόντουσαν..

«Μα, πότε πάψαμε να είμαστε πατριώτες», αναρωτήθηκε ο παππούς που παιδάκι ακόμα βοήθαγε το ΕΑΜ. Που νέος ήταν στους δρόμους για τον 1-1-4. Που βρέθηκε εξορία κάποτε από αυτούς, που παιδί, θυμόταν να κυκλοφορούν με τις στολές και να χαιρετάνε τον εχθρό με το δικό του χαιρετισμό. Που πούλαγαν το λάδι σα χρυσάφι όταν τα κάρα μάζευαν κουφάρια αποστεωμένα από τους δρόμους της Αθήνας. Που πήραν τον πατέρα του ένα βράδυ και δεν τον ξαναείδε. Που όταν η ΕΔΑ βγήκε δεύτερη στις εκλογές τους άκουγε και πάλι να τον λένε ακραίο.

-          Δηλαδή, εμείς δεν είμαστε πατριώτες, σύντροφε;

-          Είμαστε, πώς δεν είμαστε μα ο κόσμος δεν το ξέρει. Κι ο αντίπαλος μας λέει πως δεν είμαστε. Του δίνουμε δικαιώματα κι εμείς, βλέπεις…

-          Εμείς;

-          Ε, είναι και μερικοί που λένε ό,τι τους περνάει απ’ το μυαλό, που μιλάνε για ανατροπές, που στηρίζουν -άθελά τους, δε λέω-, τρομοκράτες…

-          Τι μου λες; Πότε έγιναν αυτά κι εγώ δεν πήρα χαμπάρι;

-          Δεν άκουσες το σύντροφο-βουλευτή που μίλησε για τα γουναράδικα;

-          Και λοιπόν; Ήταν τρομοκράτης ο Άρης;

-          Δεν είδες κείνους που στήριζαν τους καταληψίες, που φώναζαν για τους τρομοκράτες όταν τους έπιαναν; Χαμπάρι δεν πήρανε ότι οι εποχές άλλαξαν, ότι οι άλλοι έχουν αγριέψει και μας περιμένουν στη γωνία;

-          Για τα δικαιώματα φώναζαν, σύντροφε. Μήτε για τον τρομοκράτη μήτε για τις πράξεις του. Τι να κάνουν; Να σωπάσουν;

-          Ε, ναι, αλλά δεν τα λες αυτά τέτοιους καιρούς.

-          Γιατί;

-          Μας κάνουν κακό.

-          Εμάς;

-          Δίνουν λαβή στον αντίπαλο.

-          Ο αντίπαλος πάντοτε τέτοια μας έλεγε, σύντροφε…

-          Ε, δεν πειράζει να τους κάνουμε λίγο στην άκρη, βρε αδελφέ. Να μην ακούγονται τώρα που τα πράγματα είναι δύσκολα και πάμε για κυβέρνηση.

-          Σύντροφε, όταν κλείνεις στόματα κι όταν βαφτίζεις το δίκιο άκρη τότε το κάνεις ίδιο με το άδικο. Και θα ΄ρθει το άδικο και θα σε βαράει με το ίδιο σου το δίκιο.

-          Τι εννοείς;

-          Εννοώ πως, τώρα κι οι φασίστες θα πουν «5-6 ακραίους έχουμε, θα τους διώξουμε και είμαστε έτοιμοι και σοβαροί για να κυβερνήσουμε». Χαμπάρι δεν πήρες ότι κι αυτοί τόσο καιρό αυτό θέλουν να πουν; Μα, ο φασίστας δεν αλλάζει. Μόνο με αίμα κυβερνάει και μίσος. Κι άμα διώξεις τους συντρόφους μας ποιοι θα μείνουν και τι θα λένε; Μίλαγε η αριστερά ποτέ μονάχα για πατριωτισμό; Σάμπως, μονάχα με πατριωτισμό ζεις δίκαια; Ή τρώει ψωμί ο πεινασμένος; Την πατρίδα, σύντροφε, τη νιώθεις σα σε τρέφει και σε αγκαλιάζει. Δε τη νιώθεις όταν δηλώνεις πατριώτης.

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Εταιρία Ανενόχλητων Μουσικών

«Ζητείται εκπαιδευτής κοινού για συναυλιακές εκδηλώσεις»

Κάπως έτσι φαντάζομαι την αγγελία σε λίγο καιρό από έλληνες μουσικούς που θα δουν το κοινό να τους στρέφει την πλάτη.

Και αργότερα…

«Ζητείται κοινό για συναυλίες»

Και γιατί όχι, να είναι και φασόν, εφόσον μπορεί να ενωθούν οι καλλιτέχνες σε εταιρία. Το αντίστροφο του Αγάπη Ρε+, ίσως…

Φράγκα Φα προστιθέμενη (Φράγκα Fsus) θα μπορούσε να είναι ένας τίτλος. Ή κάποιος περισσότερο ακαδημαϊκός: Εταιρία Ανενόχλητων Μουσικών, το νέο ΕΑΜ (κι ας με συγχωρήσουν οι αριστεροί και οι παλαιοί αγωνιστές που βρίσκονται ακόμα εν ζωή. Απλώς, μπαίνω στο πετσί του ρόλου του μνημονιακού καλλιτέχνη).

Κι είναι αυτοί οι μουσικοί, τουρίστες στη δυστυχία, όπως αποκαλούσα και όλους τους υπόλοιπους, μη καλλιτέχνες, προ καιρού. Και, πιθανότατα, εκεί θα έπρεπε να αναζητούν κοινό. Ελα, όμως, που το συγκεκριμένο κοινό μάλλον αδιαφορεί γι’ αυτούς και εντρυφεί σε άλλα, περισσότερο αδιάφορα ακούσματα, τύπου Ρέμου και λοιπών αηδών. Διότι, οι τουρίστες της ΕΑΜ προφανώς αλίευαν σε λάθος θάλασσες τόσα χρόνια.

Σ’ εκείνες τις θάλασσες τα ψάρια έχουν και απαιτήσεις, ειδικά όταν τα κυνηγούν καρχαρίες. Μπορεί να μην απαιτούν να μείνεις να φαγωθείς κι εσύ, αλλά να πεις μία κουβέντα. Να βάλεις και μια φωνή στους καρχαρίες ή αν δεν θέλεις να το κάνεις εσύ να τους βάλεις στη βάρκα σου που θα μπορέσουν να φωνάξουν καλύτερα και να ακουστούν περισσότερο. Μη τους πετάς πίσω επειδή η βάρκα σου φτιάχτηκε μόνο για ψαράδες.

Εκείνα τα ψάρια, βλέπεις, σε πίστευαν όταν έλεγες για πονηρούς πολιτευτές, όταν ειρωνευόσουν τους μετρίως μέτριους, όταν έγραφες τραγούδια για τον αδικοχαμένο Μάνο Λοίζο, όταν παρίστανες τον καλλιτέχνη του λαού. Εισέπραξες όσα μπόρεσες μα η κάνουλα τώρα έκλεισε. Ισως, πάλι, να γέρασες και να βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι. Τότε μη τα βάζεις με τα ψάρια που δεν τσιμπάνε.

Γι’ αυτό, κύριοι Μάλαμα, που ειρωνευτήκατε τη δυστυχία, Μαυρουδή, που ενοχληθήκατε από τα συνθήματα (σε μία συναυλία αλληλεγγύης και εναντίωσης στην εξουσία), Πορτοκάλογλου, που περνάτε ντούκου την ακροδεξιά επίθεση, Σαββόπουλε, που υπογράφατε διακηρύξεις υπέρ του ευρώ και των μνημονίων, και λοιποί εταίροι της ΕΑΜ, που περιμένετε κάτω απ' τα τραπέζια της εξουσίας να γλύψετε κοκκαλάκια, είστε ελεύθεροι να αλλάξετε κοινό κι αν δεν βρίσκετε εύκολα ας προσλάβετε ή ας εκπαιδεύσετε ένα καινούριο αν και, μάλλον, είναι αργά για εσάς. Γιατί, οι καταστάσεις άλλαξαν και το κοινό σας έχει την ανάγκη σας ή, έστω, την ανοχή σας (όπως στην περίπτωση του Σωκράτη Μάλαμα, ο οποίος δικαιούτο να μη δεχθεί το πανώ στη συναυλία του όχι, όμως, και να ειρωνευτεί παριστάνοντας κι αυτός τον τουρίστα στη δυστυχία).

Γιατί αυτό το κοινό χάνει τη δουλειά του, βλέπει το σχολείο του παιδιού του να διαλύεται, βλέπει τον πατέρα και τη μάνα του να χρειάζονται νοσηλεία και δεν έχουν να πληρώσουν, βλέπει το μέλλον μαύρο και όχι χρωματιστό όπως πιθανώς το βλέπετε εσείς κάτω από τους πολύχρωμους προβολείς και πίσω απ' τους καπνούς του ξηρού πάγου στη σκηνή.

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Ψηλά τα χέρια, ρε!

Θα σας πω μια ιστορία ανάμεσα σε μία λίγο πειραγμένη πραγματικότητα και μία διαταραγμένη φαντασία (ή, μήπως, το αντίστροφο, δεν έχω αποφασίσει) που συναντιούνται σε ένα σκοτεινό σήμερα...

Το πατρικό μου σπίτι ήταν μόλις 100 μέτρα από το σπίτι του Παπαδόπουλου, του δικτάτορα, ο οποίος μετακόμισε στη γειτονιά μας λίγο μετά την απόπειρα δολοφονίας του από τον Αλέκο Παναγούλη. Ήθελε, βλέπεις, να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Πεντάγωνο κι έτσι, εν μία νυκτί, πήρε το σπίτι ενός γιατρού, νομίζω, κι η ήσυχη γειτονιά μας μετατράπηκε σε ένα στρατόπεδο-φρούριο.

Παντού αστυνομικοί με στολές ή πολιτικά (πόσο εύκολα τους ξεχωρίζαμε τότε από τα παπούτσια και τα γυαλιά τους του ηλίου), πράκτορες (από ό,τι έλεγε ο πατέρας μου δεν υπήρχε γωνιά χωρίς κάποιον) και στρατιωτικούς και φαντάρους με τα όπλα στο χέρι και το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Εικόνα τρομακτική. Ένα πέπλο σιωπής και φόβου απλώθηκε θαρρείς πάνω απ’ την Αγία Σοφία και τα γύρω τετράγωνα. Κάθε πρωί η κυκλοφορία στην πλατεία μας κοβόταν για να περάσει ο δικτάτορας και η κουστωδία του. Μια φάλαγγα με καμιά εικοσαριά αυτοκίνητα σχεδόν και πάνω από εκατό (μάλλον, λίγους λέω) αστυνομικούς και φαντάρους κατά μήκος των 400 μέτρων που χώριζαν το σπίτι του από το Πεντάγωνο. Τα πόδια μου κόβονταν κάθε πρωί που τους έβλεπα καθώς πήγαινα σχολείο.

Τους είχα ξαναδεί, 3 ετών ήμουν, όταν την 21η Απριλίου περνούσαν με τα τζιπ και τα περιπολικά και φώναζαν με τις ντουντούκες «Όλοι μέσα στα σπίτια σας». Μα, τότε ήμουν μικρούλης, δεν καταλάβαινα τι ακριβώς γινόταν. Ίσως οι μεγάλοι να έπαιζαν κλέφτες κι αστυνόμους.

Τους είχα ξανανιώσει να παίρνουν κάποιους γείτονες τη νύχτα, κάποιο καιρό μετά. Το θείο μου που έμενε δίπλα και δεν πρόλαβε να ζήσει όλο το σκοτάδι της επταετίας αφού γύρισε από εξορία για να πεθάνει λίγο μετά σπίτι του. Τον κύριο Κώστα τον ποιητή, που η κόρη του, φίλη της αδελφής μου, αλλά και δική μας κι η γυναίκα του, η κυρά-Μαρία έφευγαν κάθε τόσο για να τον δουν στη φυλακή. Κι όταν ρωτούσα τη μάνα μου «Πού είναι ο κύριος Κώστας, μαμά;» μου απαντούσε ότι δούλευε κάπου στη Σπάρτη.

Τους ένιωθα και καθώς μεγάλωνα κι ας είχε φύγει ο Παπαδόπουλος, όταν η μάνα μου για να μην πάμε σε διαδηλώσεις και πορείες ή καταλήψεις θυμόταν το θείο το Δημητράκη και τον κυρ-Κώστα τον ποιητή και μας αποκάλυπτε πως ήταν εξορία, πως τους έφαγε η φυλακή και το ξύλο…

Τους ένιωθα επί έξι χρόνια να μας παρακολουθούν σε κάθε βήμα. Γονείς, φίλους, παιδιά, γριές και γέρους, γείτονες…

Μετά αλλάξαμε γειτονιά. Δυο τετράγωνα πιο μέσα μιας και το σπίτι δόθηκε αντιπαροχή. Εκεί, τους είχα γείτονες μιας και το Ελληνορώσων είχε πήξει από την εποίκηση των αστυνομικών. Μα τους ένιωσα ξανά τη νύχτα της 16ης και τη νύχτα της 17ης Νοέμβρη του ’73 να περνούν με τα Τζέιμς και τα τανκς που έβγαιναν απ’ το Γουδί και ανηφόριζαν κι από εμάς για να φτάσουν στην Πατησίων.


Τους ένιωθα κι αφηρημένα όταν ο πατέρας μου σιγοτραγουδούσε κανένα Θεοδωράκη κι η μάνα μου τον κοίταζε με βλέμμα φοβισμένο και επιτακτικό συνάμα. Κι αυτός σταματούσε. Τους ένιωθα σκιές στους τοίχους όταν γονείς και θείοι έπιαναν Ντόιτσε Βέλε στο παλιό ραδιόφωνο Φίλιπς στο σαλόνι κι έκλειναν τη μεσαία πόρτα για να μην ακούμε κι εμείς τα παιδιά. Μα ακούγαμε, πίσω απ’ τη τζαμόπορτα. Τους έβλεπα με μάτια κλειστά, αγριεμένους, βλοσυρούς να μου λένε «Ψηλά τα χέρια».

Κι αργότερα, ενώ όλοι πανηγύριζαν πως είχαν φύγει εγώ εξακολουθούσα να τους νιώθω.

Καθώς έβγαινα από την πόρτα του Γυμνασίου κι απέναντι ήταν το Τμήμα με τους σκοπούς του πάνοπλους.

Καθώς μας φωτογράφιζαν στις πορείες γιατί, έφυγαν δεν έφυγαν, τα γυαλιά τα μαύρα και τα αταίριαστα παπούτσια της υπηρεσίας είχαν παραμείνει εκεί. Μονάχα οι φάτσες είχαν αλλάξει.

Καθώς περνούσαν με τις αύρες τους. Καθώς χτυπούσαν τις ασπίδες τους με τα ρόπαλα και νόμιζες ότι έπεφτε βόμβα ή ότι έρχεται μεραρχία ολόκληρη να σε κατασπαράξει.

Καθώς σκότωναν διαδηλωτές στις πορείες του Πολυτεχνείου.

Τους ένιωθα...

Όταν η μάνα μου με κοίταζε ανήσυχη και με απέτρεπε από το να πηγαίνω στα μαθήματα κιθάρας με το Λάκη Παππά και την ομάδα σκακιού στον Πολιτιστικό Σύλλογο της γειτονιάς επειδή, βεβαίως, ήταν οργανωμένος από αριστερούς κι επειδή ακριβώς δίπλα του είχε το ψιλικατζίδικό του ένας πρώην χωροφύλακας, χαφιές της γειτονιάς.

Καθώς, καταλάμβαναν τα Εξάρχεια με τις κλούβες τους κι ορμούσαν στα μπαράκια και τα μαγαζιά ζητώντας ταυτότητες.

Καθώς μας κυνηγούσαν στις συναυλίες κι έχωναν κόσμο στις κλούβες αρπάζοντάς τον από τα μαλλιά.


Καθώς ρωτούσαν «Τι κουβαλάς εκεί, ρε;» και σ’ άνοιγαν την τσάντα αρπάζοντάς την.

Ποιος είσαι; Πού πας; Τι κάνεις: Τι θέλεις τέτοια ώρα εδώ;

«Πώς σε λένε;»
«Φλωράκη»
«Φλωράκη, ε;»

Και χαμογελούσαν με νόημα…


Τους ένιωθα στις στάσεις του Μετρό και των λεωφορείων, στις λαϊκές, στα στενά της Αθήνας, καθώς σταματούσαν μετανάστες και τους έβαζαν με το πρόσωπο στον τοίχο και τα πόδια ανοιχτά, τους γονάτιζαν στο δρόμο, τους κλωτσούσαν την πραμάτεια τους.

Τους ξανάνιωσα για τα καλά και τώρα. Πάνοπλους. Δίχως γυαλιά, δίχως παπούτσια υπηρεσίας παράταιρα. Τους ένιωσα στρατιώτες σε πόλεμο, να πιάνουν αιχμαλώτους, να βρίζουν, να ταπεινώνουν, να βάζουν κόσμο στη σειρά σα νά ‘ναι το κοπάδι τους.
.
Τους νιώθω να φτύνουν τις λέξεις μέσα απ’ τα σκληρά τους χείλη.

«Ψηλά τα χέρια, ρε! Μην κουνηθείς! Εδώ γίνεται ό,τι λέμε εμείς».

Τους νιώθω, σας λέω, κι ας λένε κάποιοι πως τώρα είναι δημοκρατία και παίζουν μόνο κλέφτες κι αστυνόμους. Μόνο κλέφτες…


Μα, στις φωτογραφίες με τις σειρές των αιχμαλώτων στους δρόμους ήταν οι φίλοι μας, ήταν τα παιδιά μας. Κι αυτοί, το ξέρω σίγουρα, κλέφτες δεν είναι.

Τους ένιωθα πάντα... Δεν είχαν φύγει ποτέ.

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Τουρίστας στη δυστυχία


Μπορεί η ζωή να μη σταματά. Η φωτιά να καίει, έστω να σιγοκαίει. Σιγοκαίει, όμως, επειδή της έριξαν επιβραδυντικό υγρό και θα αργοσβήνει μέχρι να έλθει και η ριπή του νερού που θα τη σβήσει ολότελα.

Κάπως έτσι σκέφτηκα όταν διάβασα την ανάρτηση μιας φίλης και παλιάς γνωστής μου από τα μουσικά πράγματα στο facebook, η οποία έγραφε τα εξής:

"Έχει πολλή πλάκα που ενώ η Ελλάδα ρημάζεται από την κρίση, και κάθε μέρα που περνάει χάνουμε και μερικούς πόντους ποιότητας ζωής, ορισμένοι εξακολουθούν να ζουν στην καρακοσμάρα τους, και να μιλούν για τα πράγματα με όρους Λονδίνου, Βαρκελώνης ή Νέας Υόρκης. Σαν να μην ζουν εδώ, σαν να είναι τουρίστες, που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε ένα αεροδρόμιο, εξαιτίας μιας σκοτεινά υποκινούμενης πολύμηνης απεργίας των πιλότων, και σκέφτηκαν "ε, δεν αράζουμε και λίγο στην Αθήνα;"... Τι σου κάνει η άρνηση, τα έχει αναλύσει αυτά καλά η κοινωνική ψυχολογία."

Κι ήταν αυτά που ήθελα να πω. Να βγάλω από μέσα μου αυτό το ερωτηματικό, το θυμό μερικές φορές, τη στενοχώρια, τη θλίψη… Γιατί, έβλεπα ανθρώπους να γράφουν και άκουγα να μιλούν για υπέροχα ταξίδια, για αγώνες της ομάδας τους, για αγώνες τένις, για φόρμουλα 1… Κι εμένα με ενδιαφέρουν όλα αυτά, μα τώρα τα έχω αφήσει σε δεύτερη μοίρα.

Να, σήμερα, βρισκόμουν κάπου όπου ένας ασφαλιστής έκανε ολόκληρη ανάλυση για το ποια είναι η Νο 1 εγχείρηση στον κόσμο και επιχειρηματολογούσε επάνω στο γιατί τόσα εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο σπαταλούν τόσα δισεκατομμύρια για να κάνουν αυτή την εγχείρηση. Έστρεψα την προσοχή μου αλλού. Δεν με ενδιέφερε να μάθω…

Μια άλλη παρέα, μικρή, λίγο πιο πέρα, σχολίαζε τα κοσμικά…

Άλλοι καθημερινά περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους ποστάροντας ασταμάτητα βίντεο και τραγούδια στο facebook, το Google+ και δεν ξέρω πού αλλού. Άλλοι, σπαταλούν φαιά ουσία για να βρουν μία εξυπνάδα 140 χαρακτήρων να γράψουν στο twitter για γκόμενες ή γκόμενους, για τηλεπερσόνες, για δεσμούς διασήμων, για το πώς πίνουν το φραπέ…

Και θέλω να τους φωνάξω… Να τους ρωτήσω...

ΠΑΨΤΕ, ΡΕ! 
Τι κάνετε;

Κάποιος δίπλα σας χάνει τη δουλειά του, κάποιος χάνει την ευκαιρία του στη ζωή, κάποιος δεν νιώθει ότι η ζωή συνεχίζεται, κάποιος δεν έχει καν ζωή…

Κάποιος ψάχνει στα σκουπίδια, κάποιος κοιμάται στα πεζοδρόμια, τα παγκάκια, τα γκαζόν, το χώμα…

Κάποιος δεν έχει πατρίδα γιατί του την πήρες εσύ κι εγώ και όλοι μας μαζί. Κι είναι τώρα φυλακισμένος έχοντας διαπράξει το στυγερό έγκλημα του ονείρου μιας καλύτερης ζωής μακριά απ’ την πατρίδα του.

Και σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον μία συστολή ή, έστω, να αποδεχθούν ότι αν έχεις να φας δεν πηγαίνεις δίπλα στον πεινασμένο να στρώσεις το τραπέζι σου. Ούτε έχει καμμία σημασία ποιος φταίει γι' αυτό. Μπορεί να φταίω κι εγώ, να φταίμε όλοι. .

Τους βλέπω, τους ακούω, τους παρατηρώ να περιφέρουν την ανεμελιά τους και να προσπαθούν να την επιβάλλουν και στους άλλους και φέρνω στο νου μου την εικόνα των τουριστών στο Πουκέτ να λιάζονται στην παραλία δίπλα στα ξεβρασμένα πτώματα που άφησε πίσω του το τσουνάμι. Κι εκείνοι δικαιολογούνταν ότι έμειναν για να στηρίξουν οικονομικά τον τόπο. Κι αυτοί δικαιολογούνται, «η ζωή , «συνεχίζεται», «σιγά μην αλλάξω εγώ τον κόσμο», «όλοι ίδιοι είναι, μωρέ», «ο έλληνας δεν αλλάζει»…

Παλιότερα το έλεγαν «εγώ θα βγάλω το φίδι απ’ την τρύπα;»…

Τουρίστες στην κρίση ή απλώς θεατές της. Όπως κι αν έχει, δεν μπορείς να αρνηθείς την πραγματικότητα. Θα έλθει, θα στο ρίξει κι εσένα το χαστούκι. Κι αν δεν στο ρίξει εσένα θα σε βασανίζει ρίχνοντάς το στο φίλο, το συγγενή, το γείτονα, το γνωστό σου. Κι εσύ θα έχεις μείνει να κάνεις τουρισμό μέσα στη δυστυχία των άλλων κι αύριο-μεθαύριο, αν έχεις καταφέρει να μείνεις τουρίστας και δεν έχεις γίνει αξιοθέατο της κρίσης για τα μάτια κάποιου άλλου τουρίστα θα έχεις να επιδεικνύεις ένα μακάβριο άλμπουμ διακοπών.

Οι φωτογραφίες σου από την κρουαζιέρα σου στην κρίση…

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Εκλογές ο Σαμαράς; Γιατί;

Καταλαβαίνω ότι η αριστερά τόσο για ψυχολογικούς λόγους όσο και για τις ανάγκες της δικής της προπαγάνδας οφείλει να υποβιβάζει τον αντίπαλό της, αλλά μήπως το κάνει με λάθος τρόπο;

Ο Νίκος Χουντής σήμερα, αμέσως μετά την ομιλία του Αντώνη Σαμαρά στη ΔΕΘ μίλησε για αποχαιρετιστήριο λόγο και για ένα πρωθυπουργό φοβισμένο που κατάλαβε ότι φεύγει. Δηλαδή, έναν ακόμα εκλεγμένο πρωθυπουργό που κυβερνά με την αποδοχή του λαού η οποία, απλώς, μειώνεται προοδευτικά. Όχι για ένα πρωθυπουργό που εξελέγη ως αντιμνημονιακός και έγινε μνημονιακότερος των δανειστών. Όχι ένα πρωθυπουργό που εξελέγη ψευδόμενος και που εξακολουθεί να κυβερνά έτσι.

Προσωπικά, είχα μία εντελώς διαφορετική εικόνα.

Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν ελάχιστα διαφοροποιημένος από τους προηγούμενους λόγους του και, ίσως, θα έλεγα και ελαφρώς πιο θρασύς και επεκτατικός σε ό,τι αφορά τη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησής του.
Δεν υπήρξε κάποια υπαναχώρηση και οι λίγες υποσχέσεις που έδωσε ήταν στα πλαίσια της γνωστής τακτικής που ακολουθούν οι μνημονιακές κυβερνήσεις εδώ και τρία χρόνια. Αντιλαμβάνεται, βεβαίως, και ο ίδιος ότι δεν μπορεί να είναι μόνο με το μαστίγιο και το ψαλίδι και προχωρά ψαλιδίζοντας μεν, προσφέροντας ταυτόχρονα όμως και τα απαραίτητα γυαλάκια στους ιθαγενείς ως πολύτιμους λίθους. Μάλιστα, αυτή τη φορά, έβγαλε από την τσέπη κι ένα ακόμα χαρτί που αναμένεται να παίξει ρόλο στο επόμενο διάστημα. Το εθνικό, πατριωτικό. Έτσι ξεκίνησε το λόγο του και σταδιακά αναμένεται να ρίξει βάρος σε αυτό πατώντας επάνω στους ανυπεράσπιστους μετανάστες και πρόσφυγες που ελέω και των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή αναμένεται να πολλαπλασιαστούν. Ήλθε η ώρα του τελικού εναγκαλισμού με τη Χρυσή Αυγή, άραγε;

Εκείνο που διαπίστωσα εγώ, ήταν ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πρωθυπουργό που δεν προτίθεται να κάνει εκλογές παρά μόνο εάν πιεστεί αφόρητα από τις εξελίξεις ή από τους ίδιους τους καθοδηγητές του, δηλαδή, τους δανειστές. Κι αυτό, όχι για να πάρει σκληρότερα μέτρα, αφού οι κυβερνήσεις μας έχουν αποδειχθεί βασιλικότερες του βασιλέως εδώ και τρία χρόνια, αλλά για να βοηθήσει με την αποχώρησή του στη μακροζωία αυτού του συστήματος. Απλώς, δηλαδή, να αντικατασταθεί. Άλλωστε, γιατί να κάνει εκλογές ο Σαμαράς; Πού είναι η πίεση που θα έπρεπε να δεχθεί ώστε να υποχρεωθεί να προσφύγει σε εκλογές προκειμένου να την εκτονώσει; Και ποιες είναι οι εξελίξεις που περιμένουμε στο οικονομικό επίπεδο πέραν των αναμενομένων; Πού είναι ο παράγοντας αιφνιδιασμού του λαού; Σοφά ποιώντας, ακολουθώντας δοκιμασμένη συνταγή, τα φέρνουν όλα αφού έχουν προετοιμάσει και προϊδεάσει την κοινή γνώμη μέσω και της μονοκρατορίας των δικών τους ΜΜΕ.

Είμαι βέβαιος, ότι, αν γινόταν αυτή τη στιγμή μία δημοσκόπηση για το κατά πόσο ο λαός θέλει εκλογές, το αποτέλεσμα θα έβγαινε αρνητικό ή στην καλύτερη περίπτωση, ίσα βάρκα ίσα νερά. Κι ο καθένας μπορεί να το μετέφραζε με όποιο τρόπο ήθελε αυτό το αποτέλεσμα. Άλλοι, θα έλεγαν ότι η αριστερά δεν έχει πείσει επειδή παίρνει ακραίες θέσεις , άλλοι επειδή δεν παίρνει. Άλλοι, επειδή ο λαός δυσαρεστείται βλέποντας παλαιά πρόσωπα του Πα.Σο.Κ. να συντάσσονται μαζί της, άλλοι επειδή δεν έκανε μεγαλύτερο άνοιγμα στην ανύπαρκτη κεντροαριστερά (καθώς, πολλοί έτσι βαπτίζουν εκείνο το στρώμα που δέθηκε στο εκκρεμές της εξουσίας). Άλλοι, τέλος, οι συντηρητικότεροι, θα αρνούνταν αυτό το ενδεχόμενο φοβούμενοι τα έξοδα και τις πιθανές περιπέτειες από το ενδεχόμενο μη αυτοδυναμίας. Ίσως, αυτό, το τελευταίο να είναι και το αδύναμο σημείο της αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ, στην αντιπολιτευτική του τακτική. Δεν διεκδικεί δυναμικά το ενδεχόμενο της αυτοδυναμίας.

Το βέβαιο είναι ότι, ανατροπή με εκλογές δεν γίνεται, καθώς οι εκλογές πάντοτε αποτελούν ένα επιτυχημένο μέσο εκτόνωσης της οργής και της αγανάκτησης των μαζών στην αστική δημοκρατία. Οι εκλογές είναι το μέσο του λαού για να εκλέξει αυτόν που θέλει να τον εκπροσωπήσει, να τον κυβερνήσει, υπό την προϋπόθεση ότι, αυτός που κυβερνά μέχρι τότε, θέλει να αποχωρήσει είτε νωρίτερα είτε στον προβλεπόμενο χρόνο (στην τετραετία, στην περίπτωσή μας). Σε διαφορετική περίπτωση, πρέπει να προηγηθεί η ανατροπή και, προς το παρόν, οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν. Και δεν υπάρχουν από την πλευρά του λαού, καθώς οι δύο γεμάτες δεκαετίες απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής σε επέκταση, δεν βοηθούν αυτή τη στιγμή την αριστερά. Είναι δύσκολο να αυξηθεί η πίεση του λαού άμεσα, καθώς και τα μέτρα λαμβάνονται από την κυβέρνηση κλιμακούμενα και τα μνημόνια επίσης, υπογράφονται σιωπηρά, πλην του πρώτου. Δεν υπάρχει ο άμεσος κίνδυνος της καταστροφής και οι μνημονιακές δυνάμεις παίζουν καλά το παιχνίδι του καλύτερου μέλλοντος.

Ίσως, ο μόνος τρόπος για να πείσει η αριστερά να ήταν η έξοδός της από το σύστημα. Δηλαδή, να μην εμφανίζεται στα κανάλια που η ίδια καταγγέλλει ως συστημικά και εναγκαλισμένα με την εξουσία, μπαίνοντας έτσι με τη θέλησή της στο κάδρο του συστήματος, να μην μιλάει συνεχώς για εκλογές, κινδυνεύοντας να κάνει το λόγο της γραφικό και να δικαιώσει, ταυτόχρονα την παρούσα κυβέρνηση ως έχουσα δημοκρατικά ανακλαστικά και ευαισθησίες, να μην αναζητά συμμαχίες από τα φθαρμένα και ένοχα –άρα και υπόλογα απέναντι στο λαό- κομμάτια αυτού του συστήματος (ακόμα και αυτά που αυτοβαφτίστηκαν αριστερά, όπως η ΔΗΜΑΡ), να μη μιλάει για «απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές», υιοθετώντας τη δική τους φρασεολογία και επιχειρηματολογία, αλλά για αλλαγές και να ζητά την αποχώρηση αυτής της κυβέρνησης και μόνο. Οι εκλογές ούτως ή άλλως είναι κομμάτι της δημοκρατικής κουλτούρας της αριστεράς.

Να μην μπλέκεται σε οικονομιστικές αναλύσεις, όπως κάνουν συχνά ορισμένα στελέχη του οικονομικού τομέα του ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγοντας έτσι να δικαιώσει ηθικά, τουλάχιστον, τις μνημονιακές δυνάμεις αναγνωρίζοντάς τους το ελαφρυντικό των «λανθασμένων χειρισμών». Είναι ξεκάθαρο πια σε όλους ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μία κυβέρνηση που ακολουθεί λάθος πολιτική, αλλά με μία κυβέρνηση που ακολουθεί τη σωστή πολιτική γι’ αυτούς που εκπροσωπεί. Όλα είναι σχεδιασμένα και μελετημένα για να φτάσουν σε ένα συγκεκριμένο ποθητό αποτέλεσμα για το ντόπιο και το διεθνές κεφάλαιο.

Δεν μπορείς να ζητάς τις δημοκρατικές διαδικασίες από μία κυβέρνηση που καταλύει το σύνταγμα σχεδόν καθημερινά και γράφει στα παλιά της τα παπούτσια κάθε έννοια ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο απέναντι στους έλληνες πολίτες (αλλοδαπούς και ημεδαπούς) όσο και απέναντι στους μετανάστες ή πρόσφυγες, που μάταια περιμένουν φυλακισμένοι ως εγκληματίες να βρουν μία διέξοδο διαφυγής και επιβίωσης;


Αυτή η κυβέρνηση έχει δώσει τέτοια δείγματα γραφής που δεν θα έπρεπε να εκπλήξει κανέναν η πιθανότητα ακόμα και της μη διεξαγωγής εκλογών ούτε στην τετραετία. Υπάρχει ο τρόπος, έστω και ακραίος, για να το επιτύχει αν το θελήσει. Άλλωστε, αποπειρώνται και μία πρόβα με τις δημοτικές εκλογές. Οι εκλογές, πάντως, αν γίνουν στην τετραετία, μικρή σημασία θα έχουν καθώς όποιος εκλεγεί θα παραλάβει μία έρημη και γυμνή χώρα.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ιστορίες ΔημοσιοΤηλεοπτικής και δημοσιονομικής τρέλας

Στις ΔΟΥ ζεις πολλές ιστορίες καθημερινής τρέλας και πραγματικότητας.

ΔΟΥ Παλλήνης 9 το πρωί. Βγήκα για τσιγάρο στο προαύλιο έπειτα από αναμονή μιας ώρας στα γκισέ του Εισοδήματος.

Μία Barbie με ένα μικρόφωνο στο χέρι, τακούνια δέκα πόντους και ένα καμεραμάν δίπλα της να την κατευθύνει, πασχίζει να πάρει δηλώσεις από τον κόσμο. Σχεδόν όλοι αρνούνται.

Πρώτος της μιλάει ένας μετανάστης. Δεν έδειχνε να καταλαβαίνει όλα όσα τον ρωτούσε. Ο καμεραμάν μάταια σκουντούσε με τρόπο για να σταματήσει. Η Barbie είχε μάθει το ποίημα...

Γιατί ήλθατε εδώ;

Πιστεύετε ότι πρέπει να πληρώνουμε όλοι το φόρο εισοδήματος;

Πιστεύετε ότι  πρέπει να υπάρχει ο φόρος στα καύσιμα;

"Δε νομίζω ότι σε κατάλαβε" της είπε ο τεχνικός όταν τελείωσαν. Δεν έδειξε να την ενοχλεί ιδιαιτέρως.

Καμμία ερώτηση για το αν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει, για παράδειγμα. Μάλιστα, ένας νεαρός παρασυρμένος από την οργή του, μάλλον, της απάντησε ότι δεν πρέπει να πληρώνουμε ούτε φόρο εισοδήματος και η νεαρά θιγμένη απάντησε:

«Καλέ, τι λέτε; Κι από πού θα βρίσκουμε χρήματα;»

Ρώτησε κι εμένα για να εισπράξει αρνητική απάντηση. Δεν το έβαλε κάτω. Μετά από ένα λεπτό επανήλθε με το πιο ναζιάρικο ύφος.

"Καλέ, είστε σίγουρος ότι δεν θέλετε;"

Βεβαιότατος. Δημοσιογράφος είμαι και καταλαβαίνω την αγωνία σας. Άνεργος, βέβαια, της απαντώ.

Από ποιο κανάλι είστε, ρώτησα μιας και δεν είχαν διακριτικά σε κάμερες ή μικρόφωνα.

"Από Δημόσια Τηλεόραση", μου απαντά.

«Και εξακολουθείς να με ρωτάς; Δεν θα υπήρχε περίπτωση να απαντήσω και θα έπρεπε να ντρέπεστε», της είπα και φάνηκε να με αποδοκιμάζει με μία γκριμάτσα ενοχλημένου παιδιού. Δεν ενοχλήθηκε διόλου από το γεγονός ότι ρωτούσε έναν άνεργο συνάδελφο. Δεν έδειξε κάποια συστολή, ένα δάγκωμα, που λέμε.

Ο τεχνικός έσκυψε το κεφάλι και απομακρύνθηκε...

Εικόνες καθημερινής παράδοσης στη μιζέρια και την ηττοπάθεια. Συμβιβασμού...

Η ίδια ΔΟΥ την ερχόμενη εβδομάδα απεργεί διότι κάποιοι σκέφτηκαν ότι μπορεί να συνενωθεί με τη ΔΟΥ Άνδρου! Ψιλά γράμματα για τους "δημοσιογράφους" της ΔΤ.  Το ρεπορτάζ όφειλε να αναδείξει τη διάθεση του έλληνα πολίτη να καταβάλλει τους φόρους του συμβάλλοντας στο success  story.

Για την ιστορία, μόνο, να αναφέρω ότι βρέθηκα στη ΔΟΥ Παλλήνης δεύτερη φορά σε τρεις ημέρες για την ίδια δουλειά και θα χρειαστεί να ξαναπάω ακόμα μία, ή, έτσι ελπίζω, τουλάχιστον.


Δεν μπορώ να μη σκεφτώ τον έρημο φορολογούμενο της Άνδρου που θα πρέπει να πάρει πλοίο ως το Λαύριο κι από εκεί συγκοινωνία για την Παλλήνη.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Monster roadshow: Ομοφοβικός εγώ; Αυτοί είναι ομοφυλόφιλοι

Η απουσία μου από την Αθήνα δεν μου επέτρεψε να ενημερωθώ άμεσα για την περίπτωση της Village Roadshow και του Newsbomb.gr.

Για όσους τυχόν δεν υπέπεσε στην αντίληψή σας να πω περιληπτικά ότι η Village έκλεισε ένα διαφημιστικό συμβόλαιο για προβολή της στο ενημερωτικό site του κ. Χαρδαβέλλα, από το οποίο υπαναχώρησε έπειτα από τη δημοσίευση ενός ακραίου και ομοφοβικού άρθρου του γνωστού για τις ακραίες συντηρητικές και συχνά ακροδεξιές θέσεις του ιστοτόπου. Η εταιρία, μάλιστα, εξέδωσε και σχετική ανακοίνωση. Ο ιστότοπος του Χαρδαβέλλα απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας σε πολύ επιθετικό –ακόμα και προσβλητικό, σε ορισμένα σημεία- ύφος και η Village με νέα επιστολή του διευθύνοντα συμβούλου της κ. Χριστοδούλου ανακάλεσε δηλώνοντας, μάλιστα, ότι θα συνεχίσει τη διαφήμισή της στο Newsbomb.gr. Είχε, βεβαίως, προηγηθεί και η «προσφορά» του Newsbomb.gr για δωρεάν διαφήμιση της εταιρίας!


Πού είναι το πρόβλημα, θα πείτε. Μία διένεξη μεταξύ δύο εταιριών είναι και τίποτα πάρα πέρα. Όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Διαβάζοντας κανείς την επιστολή του Newsbomb.gr αντιλαμβάνεται, καταρχήν, ότι τα συστημικά Μέσα έχουν πλέον στο πετσί τους το ρόλο της τέταρτης εξουσίας. Αυτό, μέσα στη δική τους οπτική και ηθική, τους επιτρέπει να εκβιάζουν και να απειλούν εμμέσως ή και αμέσως (σε άλλες περιπτώσεις) και, φυσικά, τους απαγορεύει να υποχωρήσουν έστω και χιλιοστό από τα γραφόμενα και υποστηριζόμενα. Είναι, βλέπετε, θέμα αξιοπιστίας.

Ετσι, το Newsbomb.gr αναφέρει στην επιστολή του:

Κλείνοντας, θα θέλαμε να ευχηθούμε η εταιρία Village να είχε την ίδια ευαισθησία σε μια σειρά από ζητήματα, όπως π.χ. τις αυτοκτονίες που διαπράχθηκαν και διαπράττονται εν μέσω οικονομικής κρίσης, η οποία και προκλήθηκε κυρίως από τη φούσκα των μη εγγυημένων δανειοδοτήσεων που προκλητικά εξασφαλίστηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια από ιδρύματα, όπως το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο! Δάνεια που, όπως αποδείχθηκε, πληρώνει ο ελληνικός λαός με το ίδιο του το αίμα!
3 ερωτήματα που ζητούν απάντηση από τη Village:
-Είστε υπέρ της προκλητικής έκθεσης των συναισθηματικών εκδηλώσεων των ομοφυλοφίλων σε δημόσιους χώρους;
-Είστε σύμφωνοι με την ελευθερία του λόγου και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, όπως αυτές ορίζονται και προστατεύονται από το Σύνταγμα της Ελλάδας και την ΕΣΔΑ;
-Η ευαισθησία σας εξαντλείται στο εν λόγω άρθρο και όχι στις σκηνές φρίκης από τα εγκλήματα στη Συρία, στην Αίγυπτο και το καθημερινό ελληνικό δράμα των αυτοκτονιών ελέω οικονομικής κρίσης και των αιτιών που την προκάλεσαν;

Το ύφος επιθετικό σε βαθμό πρόκλησης και όμως, μία πολυεθνική εταιρία του μεγέθους της Village Roadshow έρχεται στη θέση του απολογούμενου.

Βλέπετε, το γεγονός ότι το επίμαχο άρθρο απέσπασε 2.000 Like, μετράει πολύ περισσότερο από την υπερηφάνεια που, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει μία εταιρία, πόσω μάλλον από τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα, την ελευθερία της έκφρασης.

Για το Newsbomb.gr οι ομοφυλόφιλοι προκαλούν όταν εκδηλώνονται συναισθηματικά σε δημόσιους χώρους. Δεν προκαλούν, όμως, οι γυμνόστηθες ή ημίγυμνες ή ολόγυμνες δημοσιεύσεις τους, τα ρεπορτάζ για γελοίες και χυδαίες προσωπικότητες του life style, τα φωτορεπορτάζ από παραλίες της Μυκόνου ή τα άρθρα για πορνοστάρ.

Και, φυσικά, δεν προκαλούν οι απόψεις του περί πατρίδος, θρησκείας και οικογένειας ούτε η έξυπνη υποστήριξή του στη Χρυσή Αυγή και οι συχνά ακραίες και ρατσιστικές θέσεις του.


Εχουμε παραδοθεί αμαχητί στο περιφερόμενο σόου των τεράτων.

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ο πόλεμος της μαρμότας


Η Βρετανία πουλούσε χημικά στον Ασαντ...

Ο αμερικανός πρόεδρος ήταν σίγουρος ότι ο Ασαντ έριξε χημικά...

Το Κογκρέσο, όμως, ανθίστατο σθεναρά...

Οι σύμμαχοι ήθελαν περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία...

Οι ελεγκτές του ΟΗΕ δεν είχαν ολοκληρώσει την έκθεσή τους....

Οι ηγέτες έκαναν έκκληση για ειρήνη και σωφροσύνη και αυτοσυγκράτηση...

Εκτός από έναν άσχετο, ευτραφή που δεν ήταν ακριβώς ηγέτης σε μία μικρή χώρα που μετά βίας τον χωρούσε...

Επεσα για ύπνο. Σιγά μη βομβαρδίσουν, είπα, αφού κανείς δεν το θέλει.

Ξύπνησα το πρωί και το CNN μετέδιδε βομβαρδισμούς μιας αραβικής πρωτεύουσας...

Ο αμερικανός πρόεδρος είχε συμβουλευτεί τη μαρμότα του που μισόκλεισε τα μάτια και ρεύτηκε...

Αντε πάλι πόλεμος, γαμώτο...


Ο πόλεμος της μαρμότας...

Βλαχομπαρόκ

Τι είναι βλαχοδήμαρχος, κ. Τσίπρα μου;

Αυτός που γυρνά στα πανηγύρια, τους γάμους και τα βαφτίσια, άλλοτε ως κουμπάρος κι άλλοτε ως εξέχων καλεσμένος; Και κλέβει την παράσταση με το ζεϊμπέκικό του και το τσάμικο για να αποχωρήσει λόγω υποχρεώσεων στα 10 λεπτά προκειμένου να παραστεί σε άλλο μυστήριο;

Μήπως είναι αυτός που πούλησε ολόκληρη λεωφόρο από τα Σίδερα Χαλανδρίου μέχρι την Κηφισιά και έφτιαχνε πεζόδρομους με πέτρες από νεκροταφεία και σκόνταφταν οι δημότες του; Και κατέληξε στη φυλακή…

Ή, μήπως, αυτός που έλεγε τους ποιητές λαπάδες, αλλά σκαρφάλωνε σε λόφους για να στήσει κεραίες «ελεύθερης» ραδιοφωνίας για να υπηρετήσει την ελευθερία του λόγου των λαπάδων;


Ή, μήπως, ο φτερωτός γιατρός που το κάθε του κοστούμι τάιζε δέκα δημότες του και τώρα είναι φυλακή (και αυτός).

Ή, μήπως, το χρυσό παιδί της κομμουνιστικής αριστεράς που συνελήφθη κλέπτων οπώρας στη λαϊκή του συνοικία και έκλεισε (κι αυτός) δωμάτιο στη φυλακή;

Μήπως πάλι είναι αυτός που σβήνει μετά μανίας γκράφιτι κι απαγορεύει τα ανταλλακτικά παζάρια ενώ οι υποστηρικτές του παζαρεύουν ολόκληρο το κέντρο και το πωλούν κοψοχρονιά σε off shore και Σώρους;

Ή ο προκάτοχός του που γέμισε την πόλη κάγκελα για να συγκρατήσει τους τόνους σκουπίδια στα πεζοδρόμια;

Μπορεί, βεβαίως, να είχατε κατά νου κι εκείνο τον πωλητή πισινών που πούλησε δική μας επιχείρηση και μέσα στα μπόνους πήρε κι ένα ταξίδι Κεφαλονιά με λίαρ τζετ και καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι δίπλα στην καλλίγραμμη αεροσυνοδό ενώ τον φωτογράφιζαν για το προσωπικό του άλμπουμ και το προσωπικό του μάρκετινγκ;

Ισως, πάλι, να εννοούσατε τον άλλο που έστελνε επιστολές στη γερμανίδα καγκελάριο αποκαλώντας την εξοχοτάτη.

Αν και υποψιάζομαι ότι είχατε κατά νου κι εκείνον που δεν αφήνει κέντρο για κέντρο πολιτιστικό και πνίγεται κάτω από γαρδένιες και γαρύφαλλα ενώ αλυχτά στα μικρόφωνα ντυμένος Ζορό.


Δε φαντάζομαι να είχατε κατά νου και το δικό μου δήμαρχο, εδώ στα μέρη μου, που βάζει μινιατούρες παιδικές χαρές σε πλατείες που το γκαζόν βγάζει γαϊδουράγκαθα και τα ποτιστικά τους ποτίζουν τους δρόμους αντί για τα δέντρα. Που εγκαινιάζει κοινωνικά παντοπωλεία και σκάβει τους δρόμους 10-12 μήνες πριν τις εκλογές ενώ τους προηγούμενους 36 δεν έχει μπει μπροστά μισή μπουλντόζα;

Υποψιάζομαι, όμως, πως, τελικώς, έχετε κατά νου όλους εκείνους που εμφανίζονται Κυριακάς και εορτάς στην εκκλησία, χειροφιλούν περιποιημένα χέρια, σταυροφιλιούνται με δημότες παριστάνοντας τους φίλους κι η  γκριμάτσα τους θυμίζει ζαρωμένη μελιτζάνα, μία-δυο φορές στη θητεία κρατούν ένα μυστρί κι ένα ψαλίδι και εγκαινιάζουν έργα αχρείαστα και καταλαμβάνουν την κεντρική θέση στην εξέδρα δίπλα σε παπάδες και ένστολους κάθε 25η Μαρτίου και 28η Οκτωβρίου σφίγγοντας το χέρι δεκάδων και εκατοντάδων κλαρινογαμπρών.



Δεν φαντάζομαι, βεβαίως, να εννοείτε και αυτούς που μάλωναν για το ποιος θα πρωτομπεί στο πρωθυπουργικό αεροπλάνο. Αυτοί δεν ήταν δήμαρχοι ήταν βλαχοαντιπρόεδροι.

Είστε λάθος, τελικώς, κ. Τσίπρα μου. 

Δεν είναι βλαχοδήμαρχοι, μια φτηνή παραμαφία είναι.