Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Ψηλά τα χέρια, ρε!

Θα σας πω μια ιστορία ανάμεσα σε μία λίγο πειραγμένη πραγματικότητα και μία διαταραγμένη φαντασία (ή, μήπως, το αντίστροφο, δεν έχω αποφασίσει) που συναντιούνται σε ένα σκοτεινό σήμερα...

Το πατρικό μου σπίτι ήταν μόλις 100 μέτρα από το σπίτι του Παπαδόπουλου, του δικτάτορα, ο οποίος μετακόμισε στη γειτονιά μας λίγο μετά την απόπειρα δολοφονίας του από τον Αλέκο Παναγούλη. Ήθελε, βλέπεις, να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Πεντάγωνο κι έτσι, εν μία νυκτί, πήρε το σπίτι ενός γιατρού, νομίζω, κι η ήσυχη γειτονιά μας μετατράπηκε σε ένα στρατόπεδο-φρούριο.

Παντού αστυνομικοί με στολές ή πολιτικά (πόσο εύκολα τους ξεχωρίζαμε τότε από τα παπούτσια και τα γυαλιά τους του ηλίου), πράκτορες (από ό,τι έλεγε ο πατέρας μου δεν υπήρχε γωνιά χωρίς κάποιον) και στρατιωτικούς και φαντάρους με τα όπλα στο χέρι και το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Εικόνα τρομακτική. Ένα πέπλο σιωπής και φόβου απλώθηκε θαρρείς πάνω απ’ την Αγία Σοφία και τα γύρω τετράγωνα. Κάθε πρωί η κυκλοφορία στην πλατεία μας κοβόταν για να περάσει ο δικτάτορας και η κουστωδία του. Μια φάλαγγα με καμιά εικοσαριά αυτοκίνητα σχεδόν και πάνω από εκατό (μάλλον, λίγους λέω) αστυνομικούς και φαντάρους κατά μήκος των 400 μέτρων που χώριζαν το σπίτι του από το Πεντάγωνο. Τα πόδια μου κόβονταν κάθε πρωί που τους έβλεπα καθώς πήγαινα σχολείο.

Τους είχα ξαναδεί, 3 ετών ήμουν, όταν την 21η Απριλίου περνούσαν με τα τζιπ και τα περιπολικά και φώναζαν με τις ντουντούκες «Όλοι μέσα στα σπίτια σας». Μα, τότε ήμουν μικρούλης, δεν καταλάβαινα τι ακριβώς γινόταν. Ίσως οι μεγάλοι να έπαιζαν κλέφτες κι αστυνόμους.

Τους είχα ξανανιώσει να παίρνουν κάποιους γείτονες τη νύχτα, κάποιο καιρό μετά. Το θείο μου που έμενε δίπλα και δεν πρόλαβε να ζήσει όλο το σκοτάδι της επταετίας αφού γύρισε από εξορία για να πεθάνει λίγο μετά σπίτι του. Τον κύριο Κώστα τον ποιητή, που η κόρη του, φίλη της αδελφής μου, αλλά και δική μας κι η γυναίκα του, η κυρά-Μαρία έφευγαν κάθε τόσο για να τον δουν στη φυλακή. Κι όταν ρωτούσα τη μάνα μου «Πού είναι ο κύριος Κώστας, μαμά;» μου απαντούσε ότι δούλευε κάπου στη Σπάρτη.

Τους ένιωθα και καθώς μεγάλωνα κι ας είχε φύγει ο Παπαδόπουλος, όταν η μάνα μου για να μην πάμε σε διαδηλώσεις και πορείες ή καταλήψεις θυμόταν το θείο το Δημητράκη και τον κυρ-Κώστα τον ποιητή και μας αποκάλυπτε πως ήταν εξορία, πως τους έφαγε η φυλακή και το ξύλο…

Τους ένιωθα επί έξι χρόνια να μας παρακολουθούν σε κάθε βήμα. Γονείς, φίλους, παιδιά, γριές και γέρους, γείτονες…

Μετά αλλάξαμε γειτονιά. Δυο τετράγωνα πιο μέσα μιας και το σπίτι δόθηκε αντιπαροχή. Εκεί, τους είχα γείτονες μιας και το Ελληνορώσων είχε πήξει από την εποίκηση των αστυνομικών. Μα τους ένιωσα ξανά τη νύχτα της 16ης και τη νύχτα της 17ης Νοέμβρη του ’73 να περνούν με τα Τζέιμς και τα τανκς που έβγαιναν απ’ το Γουδί και ανηφόριζαν κι από εμάς για να φτάσουν στην Πατησίων.


Τους ένιωθα κι αφηρημένα όταν ο πατέρας μου σιγοτραγουδούσε κανένα Θεοδωράκη κι η μάνα μου τον κοίταζε με βλέμμα φοβισμένο και επιτακτικό συνάμα. Κι αυτός σταματούσε. Τους ένιωθα σκιές στους τοίχους όταν γονείς και θείοι έπιαναν Ντόιτσε Βέλε στο παλιό ραδιόφωνο Φίλιπς στο σαλόνι κι έκλειναν τη μεσαία πόρτα για να μην ακούμε κι εμείς τα παιδιά. Μα ακούγαμε, πίσω απ’ τη τζαμόπορτα. Τους έβλεπα με μάτια κλειστά, αγριεμένους, βλοσυρούς να μου λένε «Ψηλά τα χέρια».

Κι αργότερα, ενώ όλοι πανηγύριζαν πως είχαν φύγει εγώ εξακολουθούσα να τους νιώθω.

Καθώς έβγαινα από την πόρτα του Γυμνασίου κι απέναντι ήταν το Τμήμα με τους σκοπούς του πάνοπλους.

Καθώς μας φωτογράφιζαν στις πορείες γιατί, έφυγαν δεν έφυγαν, τα γυαλιά τα μαύρα και τα αταίριαστα παπούτσια της υπηρεσίας είχαν παραμείνει εκεί. Μονάχα οι φάτσες είχαν αλλάξει.

Καθώς περνούσαν με τις αύρες τους. Καθώς χτυπούσαν τις ασπίδες τους με τα ρόπαλα και νόμιζες ότι έπεφτε βόμβα ή ότι έρχεται μεραρχία ολόκληρη να σε κατασπαράξει.

Καθώς σκότωναν διαδηλωτές στις πορείες του Πολυτεχνείου.

Τους ένιωθα...

Όταν η μάνα μου με κοίταζε ανήσυχη και με απέτρεπε από το να πηγαίνω στα μαθήματα κιθάρας με το Λάκη Παππά και την ομάδα σκακιού στον Πολιτιστικό Σύλλογο της γειτονιάς επειδή, βεβαίως, ήταν οργανωμένος από αριστερούς κι επειδή ακριβώς δίπλα του είχε το ψιλικατζίδικό του ένας πρώην χωροφύλακας, χαφιές της γειτονιάς.

Καθώς, καταλάμβαναν τα Εξάρχεια με τις κλούβες τους κι ορμούσαν στα μπαράκια και τα μαγαζιά ζητώντας ταυτότητες.

Καθώς μας κυνηγούσαν στις συναυλίες κι έχωναν κόσμο στις κλούβες αρπάζοντάς τον από τα μαλλιά.


Καθώς ρωτούσαν «Τι κουβαλάς εκεί, ρε;» και σ’ άνοιγαν την τσάντα αρπάζοντάς την.

Ποιος είσαι; Πού πας; Τι κάνεις: Τι θέλεις τέτοια ώρα εδώ;

«Πώς σε λένε;»
«Φλωράκη»
«Φλωράκη, ε;»

Και χαμογελούσαν με νόημα…


Τους ένιωθα στις στάσεις του Μετρό και των λεωφορείων, στις λαϊκές, στα στενά της Αθήνας, καθώς σταματούσαν μετανάστες και τους έβαζαν με το πρόσωπο στον τοίχο και τα πόδια ανοιχτά, τους γονάτιζαν στο δρόμο, τους κλωτσούσαν την πραμάτεια τους.

Τους ξανάνιωσα για τα καλά και τώρα. Πάνοπλους. Δίχως γυαλιά, δίχως παπούτσια υπηρεσίας παράταιρα. Τους ένιωσα στρατιώτες σε πόλεμο, να πιάνουν αιχμαλώτους, να βρίζουν, να ταπεινώνουν, να βάζουν κόσμο στη σειρά σα νά ‘ναι το κοπάδι τους.
.
Τους νιώθω να φτύνουν τις λέξεις μέσα απ’ τα σκληρά τους χείλη.

«Ψηλά τα χέρια, ρε! Μην κουνηθείς! Εδώ γίνεται ό,τι λέμε εμείς».

Τους νιώθω, σας λέω, κι ας λένε κάποιοι πως τώρα είναι δημοκρατία και παίζουν μόνο κλέφτες κι αστυνόμους. Μόνο κλέφτες…


Μα, στις φωτογραφίες με τις σειρές των αιχμαλώτων στους δρόμους ήταν οι φίλοι μας, ήταν τα παιδιά μας. Κι αυτοί, το ξέρω σίγουρα, κλέφτες δεν είναι.

Τους ένιωθα πάντα... Δεν είχαν φύγει ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου