Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Για τα παιδιά που… δεν είναι στο κόμμα


Για τους αποδιοπομπαίους τράγους

Τη νεολαία…

Που της χρεώνεις το συμβιβασμό, της χρεώνεις την αποχή.

Πιθανώς να έχεις και δίκιο, παρότι διαφωνώ...

Ξεχνάς το Δεκέμβρη του 2008.

Τότε η νεολαία ήταν η ελπίδα. Κατέκλυσε δρόμους. Φώναξε. Αντέδρασε. Διεκδίκησε. Εξοργίστηκε.

Και δεν πέρασαν παρά έξι χρόνια. Κι είναι ακόμα νεολαία, δεν γέρασε.
Πόσοι και πόσοι τότε δεν εστιάσατε στις καταστροφές, τις φωτιές κ.λπ. Πόσοι δεν είπατε "τι φταίνε τώρα τα μαγαζιά" ή "τι φταίνε τα αυτοκίνητα"....

«Να διαμαρτυρηθούν, αλλά όχι κι έτσι».

Κι εμείς, στεκόμασταν στο πλάι και θαυμάζαμε ή συμμετείχαμε με το δικό μας τρόπο, αυτόν που μας επέτρεπε η αντοχή και η τριμμένη, λίγο κουρασμένη, είν’ η αλήθεια, σκέψη μας.

Μέσα στα μαγαζιά και τα αυτοκίνητα τότε καιγόμασταν εμείς. Μια παραιτημένη, συμβιβασμένη γενιά. Με τα χρηματιστήριά της, τα δάνειά της για σπίτια πολλών τετραγωνικών επάνω ακόμα και σε εκτάσεις καμμένες που κάποτε ήταν δάση, τα φροντιστήριά της για τα παιδιά της, τα αγγλικά της, τα γαλλικά της, τα πιάνα της, τα μπαλέτα της, τις πολεμικές της τέχνες, τα παιδιά του μηδενικού ελεύθερου χρόνου. Με τα γυμναστήριά της… Η γενιά των «ίσων ευκαιριών» στον πλούτο που τον ανήμπορο τον έστελνε στον Καιάδα, τον γείτονα τον έκανε εχθρό γιατί έπαιρνε μια μέρα άδεια παραπάνω ή κάποιο επίδομα ή δούλευε οκτάωρο, ο τεμπέλης. 

Η γενιά των ακριβών αυτοκινήτων που "είναι δικαίωμα γιατί το έχουν και οι γερμανοί και οι γάλλοι", των πάρτυ με πυροτεχνήματα, των πανάκριβων θρησκευτικών γάμων που το 1981 πανηγύριζε που έπαψαν να είναι υποχρεωτικοί. Η γενιά των ζευγαριών που επάνω σε ροζ σύννεφο έλιωναν σόλες και ψηλοτάκουνα και κατανάλωναν βενζίνες για να βρουν την πιο ωραία χέστρα στα είδη υγιεινής, που αγόραζε Smart για τα ψώνια και όχι παπί ή ποδήλατο, που τριγυρνούσε με μαυρισμένες μούρες μέσα στο καταχείμωνο, που ριγούσε στα διαζύγια της Βίσση και του Φουστάνου, που έστειλε στην Βουλή τηλεπερσόνες και ουρολόγους-σεξολόγους των βορείων προαστίων, αλλά και τη Σελήνη και τον αστυνόμο Θεοχάρη, μα και τον Χαϊκάλη, και τώρα απορεί που το παιδί της έστειλε τον Ψινάκη στη Δημαρχία.

Τη γενιά, που κάλυψε παραλίες, χιλιόμετρα ατελείωτα, για να φτιάξει το εξοχικό που δικαιούται και μετά τριγυρνούσε στα νησιά, αλλοδαπής και ημεδαπής, που φωτογραφιζόταν στις παραλίες των τσουνάμι, που έκοβε 1,5 εκατομμύριο εισιτήρια στο «Το Κλάμα Βγήκε απ’ τον Παράδεισο», που ανήγαγε σε μέγα γεγονός τις Euroβύζιον και πανηγύριζε στους δρόμους για τα κουνήματα της Παπαρίζου, που έτρεχε στο Ηρώδειο για να κλέψει λίγη από την κίβδηλη αίγλη των Λάτσηδων και των Βαρδινογιανναίων, που έβλεπε την Βαρδινογιάνναινα και ανατρίχιαζε από συγκίνηση για τη φιλανθρωπία της.

Η γενιά που έκοψε πεύκα και ελιές για χάρη των λέιλαντ, μαργαρίτες και χαμομήλια για χάρη του γκαζόν, που δάκρυσε και πανηγύρισε παρέα με την Γιάννα Αγγελοπούλου για την Ολυμπιάδα, που έκανε κλισέ το «Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο», που έκανε τον Κωστόπουλο πρότυπο επιτυχίας, που έσπαγε ρεκόρ τηλεθέασης στα καλλιστεία του Μαστοράκη, που κράταγε αρχείο και επεδείκνυε περήφανη το «απαγορευμένο» τεύχος ΚΛΙΚ με τα πέη…

Η γενιά που σήκωσε καταθέσεις, πούλησε χωράφια και σπίτια στο χωριό, δανείστηκε για να πάει στη Σοφοκλέους.

Είναι η ίδια γενιά που τώρα ζητάει να αλλάξει τα πράγματα γιατί ξαφνικά επανήλθε στην πολιτική σκηνή. Θυμήθηκε και το δρόμο. Κι αν εξαιρέσεις λίγους, εκείνους τους… παράξενους που πάντοτε φώναζαν, πάντοτε ανησυχούσαν, πάντοτε ένιωθαν το σύστημα να τους αρπάζει απ’ το λαιμό και αντιδρούσαν, πήγε σε 5-6 συγκεντρώσεις, περπάτησε εκατό-διακόσια μέτρα, έκανε και 2-3 χειρονομίες από αυτές που είχε μάθει να κάνει πίσω απ’ το τιμόνι ή την εξέδρα του ΟΑΚΑ και του Καραϊσκάκη, κι έπειτα επέστρεψε στη θαλπωρή του φαιόλευκου φωτός της τηλεόρασής του, των γκάτζετ της Βεντουράκη και του κουβερλί που είχε αγοράσει στα χρόνια της ευδαιμονίας, πεπεισμένη ότι με την αντίδραση τίποτα δεν αλλάζει, οπότε καλύτερα να γλύψει, μήπως και περισώσει κανένα κοκκαλάκι.

Και ποιος ξέρει…

Ίσως, το αφεντικό αναγνωρίσει τις ικανότητές του και του βγάλει ένα κόκκαλο με λίγο ψαχνό επάνω, αυτό που αφήνει για να επιδείξει την ευρωστία του. Γιατί, σκυλίσιο, γλυμμένο κόκκαλο, καθρέφτη μονάχα από πεινασμένο θα το βρεις.

Αυτή η νέα γενιά ήταν μωρό στο στήθος της μάνας της όταν η μήτρα της χαλάρωνε τους Αύγουστους σε παραλίες τροπικές ή αιγαιοπελαγίτικες κρυμμένη κάτω από αραχνοΰφαντα παρεό ποζάροντας ως εντιτόριαλ της Diva, της Vogue, του Marie Claire διαβάζοντας Espresso...

Ε, να μην σε κάψει αυτή η νέα γενιά μέσα στα αποκτήματά σου; Γιατί ακόμα γι’ αυτά ανησυχείς και ελπίζεις να τα σώσεις ή να καταφέρεις κάποτε να αποκτήσεις κι άλλα.

Για την BMW ή τη Lexus που παρκάρεις για να πας στη συνέλευση της τοπικής που γράφτηκες. Και δεν αισθάνεσαι καν λίγη ντροπή, δεν έχεις λίγη τσίπα, να πας, ρε αδελφέ, με το δεύτερο αμάξι, αυτό που πήρες για την πόλη. Δεν λέω με τα πόδια…

Παραδέξου ότι αντέδρασες για να αυτοθεραπευτείς μα απέτυχες. Για να απενοχοποιηθείς κι ύστερα, με την ψυχή σου λίγο ξαλαφρωμένη, να ξαναπάς στο σπίτι που έσωσες. Γύρισες για να σώσεις το σπίτι, το αυτοκίνητο, τις διακοπές. Δεν γύρισες για να σώσεις το παιδί σου. Ούτε το μέλλον. Και για άλλοθι, λες από μέσα σου «αν είμαι εγώ καλά θα είναι και το παιδί». Μα το παιδί αλλιώς νοεί το «καλά», αλλιώς νοεί το μέλλον. Αλλιώς…

Κι εσύ, εκεί. Κάθεσαι στο τιμόνι της Lexus σου, πεισματικά. Γιατί μονάχα εκεί αισθάνεσαι υγιής. Ασφαλής. Γίγαντας σε κόσμο νάνων.
Κι όμως, στο λέω, δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω κι εγώ να γίνω μέρος της θεραπείας σου. Κάνε μια ιδιωτική ασφάλιση να σε καλύπτει και στις ψυχοθεραπείες σου.

Ούτε γιατρός σου θέλω να γίνω ούτε εξιλαστήριο θύμα σου. Γιατί, αυτά τα παιδιά εγώ δεν τα κατηγόρησα ποτέ. Εσένα κατηγορώ.

Που δεν τους άφησες χιλιοστό χώρου ελεύθερου να αναπνεύσουν, χιλιοστό χρόνου ελεύθερου να παίξουν, να ερωτευτούν, ούτε μισό κύτταρο να αναπαράγει ζωή…


Το έπνιξες κι αυτό μέσα στο αλλοιωμένο DNA σου…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου